Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

5-4-2016 ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

 
Σήμερα 5/4/2016 εορτάζουν:
Άγιοι Κλαύδιος, Διόδωρος, Ουΐκτωρ, Ουϊκτωρίνος, Παππίος, Σεραπίων και Νικηφόρος
Άγιοι Θεοδώρα και Δίδυμος
Άγιος Γεώργιος από την Έφεσο
Αγία Αργυρή η Νεομάρτυς
Οσία Θεοδώρα η εν Θεσσαλονίκη
Άγιος Θέρμος
Αγίες Κυρία και Δούλη
Άγιος Πομπήιος
Άγιος Ζήνων
Άγιοι Μάξιμος και Τερέντιος
Αγίες Πέντε Κόρες από την Λέσβο
Αγία Υπομονή
Άγιος Παναγιώτης που μαρτύρησε στην Ιερουσαλήμ
Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων του Αγίου Ιώβ Μητροπολίτη Μόσχας
Άγιος Becan
Άγιος Αβδιησούς
Ἡ Ὁσία Θεοδώρα ἡ ἐν Θεσσαλονίκῃ
Πρότυπο ἀγνῆς καὶ ταπεινῆς ψυχῆς μέσα στὶς νέες τῆς Θεσσαλονίκης ἡ Θεοδώρα, ἀπὸ πολὺ μικρὴ ἔκανε ζωὴ ἁγία. Ὁ κόσμος μὲ τὶς ποικίλες ἡδονές του δὲν τὴν ἐνδιέφερε. Ἀνῆκε ὁλόψυχα στὸ Χριστό. Εἶχε μεγάλο πόθο νὰ βγεῖ ἐντελῶς ἔξω ἀπὸ τὸ ῥεῦμα τῶν κοσμικῶν θορύβων. Διότι ἀνῆκε στὴν ἐκλεκτὴ μερίδα τῶν ἀνθρώπων, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Χριστὸς εἶπε, «οὐκ εἰσὶν ἐκ τοῦ κόσμου». Δὲν ἔχουν, δηλαδή, φρονήματα τοῦ κόσμου, ποὺ ζεῖ μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, μέσα στὴν ἁμαρτία. Ὁ πόθος αὐτὸς τῆς Θεοδώρας τὴν ἔφερε στὴ μοναχικὴ ζωή, ὅπου μὲ προσευχές, ἀγρυπνίες καὶ μελέτη τοῦ θείου λόγου, σφυρηλατοῦσε ἀκόμη περισσότερο τὸν ἑαυτό της. Μὲ τὰ χρήματα δέ, ἀπὸ τὴν πώληση τῶν ἐργοχείρων της, χόρταινε τοὺς πεινασμένους συνανθρώπους της. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς ἀδελφὲς στὸ μοναστήρι, ἔζησε μὲ εἰρήνη, πραότητα καὶ μακροθυμία. Ἔτσι, ἔμεινε ζωντανὸ ὑπόδειγμα καὶ ὅταν ἀκόμα πέθανε. Μάλιστα, τόση μεγάλη ἐκτίμηση εἶχε ἀπὸ τὴν ἡγουμένη τοῦ μοναστηρίου, ὥστε, ὅταν αὐτὴ ἀπεβίωσε, σύμφωνα μὲ δική της ἐπιθυμία τὴν ἔθαψαν δίπλα στὴ Θεοδώρα. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι, ὅταν οἱ μοναχὲς ἄνοιξαν τὸν τάφο, βρῆκαν τὸ λείψανο τῆς Θεοδώρας ἀκέραιο.
Οἱ Ἅγιοι Θεοδώρα καὶ Δίδυμος
Πήραν καὶ οἱ δυὸ τὸ μαρτυρικὸ στεφάνι κατὰ τὸν πιὸ ἄγριο διωγμὸ τῆς Ἐκκλησίας, ἐπὶ Διοκλητιανοῦ. Στὴν Ἀλεξάνδρεια λοιπόν, συνελήφθη καὶ ἡ Θεοδώρα ἀπὸ τὸν ἔπαρχο Εὐστράτιο. Ἐπειδὴ ὅμως ὁμολόγησε θαῤῥαλέα τὴν πίστη της στὸ Χριστό, τὴν ἔδειραν καὶ τὴν φυλάκισαν. Αὐτὸ ἐπαναλήφθηκε καὶ μετὰ μερικὲς ἡμέρες, ἀλλὰ μάταια. Ἡ χριστιανὴ παρθένος ἔμεινε ἀκλόνητη στὴν ὁμολογία της καὶ ἀπέλπισε ἔτσι τὸ ὠμὸ πεῖσμα τοῦ ἐπάρχου. Τότε αὐτός, γιὰ νὰ ἐκδικηθεῖ τὴν σεμνὴ παρθένο, τὴν ἔκλεισε σὲ πορνεῖο γιὰ νὰ σπιλωθεῖ τὸ σῶμα της. Μόλις πληροφορήθηκε αὐτὸ ἕνας ἐπίσημος τῆς Ἀλεξάνδρειας, ὁ Δίδυμος, ἀποφάσισε νὰ ῥιψοκινδυνεύσει, γιὰ ν΄ ἀπαλλάξει τὴν Θεοδώρα ἀπὸ ἐνδεχόμενο αἶσχος. Ντύθηκε λοιπὸν τὴν στολή του, πῆγε στὸ πορνεῖο καὶ ζήτησε νὰ δεῖ ἰδιαίτερα τὴν Θεοδώρα. Ἐπωφελούμενος τὸ σκοτάδι, ἕντυσε τὴν Θεοδώρα μὲ τὴν στολὴ του καὶ ἔτσι διευκόλυνε τὴν φυγή της. Ὅταν ἔμαθε τὸ γεγονὸς ὁ Εὐστράτιος, κόχλασε ἀπὸ ὀργή. Διέταξε λοιπὸν νὰ ἀποκεφαλίσουν τὸν Δίδυμο καὶκατόπιν τὸ σῶμα του τὸ ἔριξαν στὴ φωτιά. Ἡ Θεοδώρα ὅμως, δὲν θέλησε ἐγωϊστικὰ τὴν σωτηρία της. Ἔτσι, παρουσιάστηκε στὸν ἔπαρχο καὶ τὸν ἤλεγξε αὐστηρὰ γιὰ τὸ φόνο τοῦ Διδύμου. Θυμωμένος τότε αὐτός, διέταξε νὰ ῥίξουν καὶ τὴν Θεοδώρα στὶς φλόγες.
Ὁ Ἅγιος Θέρμος
Μαρτύρησε διὰ πυρός.
Οἱ Ἁγίες Κυρία καὶ Δούλη
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.
Ὁ Ἅγιος Πομπηΐος
Μαρτύρησε διὰ ξίφους.
Ὁ Ἅγιος Ζήνων
Μαρτύρησε ἀφοῦ τὸν ἄλειψαν μὲ πίσσα, στὴ συνέχεια τὸν ἔριξαν στὴ φωτιά καὶ κατόπιν τὸν θανάτωσαν, μέσα στὴ φωτιά, μὲ δόρυ.
Οἱ Ἅγιοι Μάξιμος καὶ Τερέντιος
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.
Οἱ Ἁγίες Πέντε Κόρες ἀπὸ τὴν Λέσβο
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.
Ὁ Ἅγιος Ἀβδιησοῦς
Τὴ μνήμη του συναντᾶμε ἐπιγραμματικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασματάριον» ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1959, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν συναντᾶμε τὴν μνήμη του.
Ἡ Ἁγία Ὑπομονή
Ἄγνωστη στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου καὶ τὰ ἔντυπα Μηναῖα. Ἡ μνήμη της σημειώνεται στὸν Βατοπαιδινὸ Κώδικα 1104 φ. 986, ὅπου καὶ ἡ Ἀκολουθία της, ποίημα τοῦ Θεοφάνη. Ὁ Κανόνας φέρει ἀκροστιχίδα: «τοὺς σοὺς ἀγῶνας, Ὑπομονή, θαυμάσω».Ἡ μνήμη της ἀναφέρεται καὶ στὸν Συναξαριστὴ Delehaye τὴν 9η Ἀπριλίου χωρὶς βιογραφικὸ ὑπόμνημα.
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἀπὸ τὴν Ἐφεσο
Στὴ χορεία τῶν ἐνδόξων Νεομαρτύρων τῆς Τουρ­κοκρατίας ἀνήκει καὶ ὁ ἅγιος Γεώργιος ἀπὸ τὴ Νέα Ἔφεσο (Κουσάντασι). Γεννήθηκε τὸ 1756 ἀπὸ γονεῖς Σαμιῶτες, εὐ­λαβεῖς καὶ τίμιους.
Στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς του ὑπῆρξε προσεκτικὸς καὶ ὑπάκουος στὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου. Μία του ὅμως ἀδυναμία τὴν ἄφησε ἀπολέμητη καὶ στὸ γάμο του: τὸ πο­τό, ποὺ τοῦ ἕγινε πάθος. Μεθοῦσε, ξενυχτοῦσε καὶ πα­ρα­μελοῦσε τὴ σύζυγο καὶ τὰ παιδιά του. Κάποια μέρα, Ἰούλιος ἦταν τοῦ 1798, βρέθηκε μεθυσμένος καὶ ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ μπροστὰ στὸν κατὴ τῆς Νέας Ἐφέσου. Οἱ μω­αμεθανοὶ πανηγύρισαν τὸν ἐρχομό του στὴ θρησκεία τους.
Ὁ Γεώργιος ὅμως τὸ ἴδιο κιόλας βράδυ αἰσθάνθηκε ἔντονα νὰ τὸν τύπτει ἡ συνείδησή του γιὰ τὴν προδοσία τῆς πίστεώς του. Ἡ παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου τὸν γέμισε μὲ ἐλπίδα, καὶ λαχταροῦσε τὸ γρηγορότερο νὰ πέσει στὴν ἀγ­καλιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα μετανοημένος. Ἔτσι ἔφυγε ἀπέ­ναντι στὴ Σάμο. Γιὰ νὰ ἡρεμήσει κοντὰ σὲ φίλους καὶ συγ­γενεῖς του. Καὶ νηφάλια νὰ δρομολογήσει τὴ σωτήρια μετάνοιά του.
Ἡ ἐξαφάνιση ὅμως τοῦ ἐξισλαμισθέντος Γεωργίου ἔβαλε σὲ ὑποψία τὶς τουρκικὲς Ἀρχές. Γι' αὐτὸ σχεδίασαν μὲ δόλιο τέχνασμα νὰ τὸν ἀνακαλύψουν. Διέδωσαν μιὰ ἀνήκουστη συκοφαντία: ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ Χριστιανοὶ τὸν σκό­τωσαν καὶ τὸν ἔθαψαν στὰ θεμέλια τοῦ ναοῦ τους, τοῦ ἁγί­ου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, ποὺ τὴν περίοδο ἐκεί­νη ἔκτιζαν. Ἡσύχασαν ὅμως τὰ πράγματα, ὅταν οἱ δημο­γέροντες ἔπεισαν τοὺς κατηγόρους ὅτι οἱ Χριστιανοὶ εἶναι ἀθῶοι καὶ ὅτι ὁ Γεώργιος εἶχε ἀναχωρήσει γιὰ τὴ Χώρα τῆς Σάμου.
Ἐκεῖ οἱ Τοῦρκοι τὸν ἀνακάλυψαν καὶ τὸν συνέλαβαν. Τὸν ἔδεσαν καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακὴ μέσα σὲ φοβερὰ ἀνθυγιεινὲς συνθῆκες. Καὶ ἀφοῦ τοῦ ἔκαμαν ἀναγκαστικὰ περιτομή, τὸν διόρισαν νεωκόρο σὲ δικό τους τζαμὶ στὴ Νέα Ἔφεσο.
Ὁ Γεώργιος ζοῦσε τώρα μέσα σὲ κλίμα ἀφόρητης πί­ε­σης. Προσπαθοῦσε νὰ δραπετεύσει. Νὰ πάει πίσω στὴ Σάμο καὶ τὴν Πάτμο. Νὰ βρεῖ ἐμπείρους Πνευματικοὺς γιὰ νὰ ξε­πλύνει τὴ συνεχιζόμενη προδοσία του πρὸς τὸν Θεὸ Πα­τέρα του. Τελικὰ μπόρεσε νὰ δραπετεύσει. Ἔφθασε στὴ Σά­μο καὶ ἐξομολογήθηκε μὲ δάκρυα πικρά. Ὅμως δὲν εἰρή­νευσε πλήρως.
Ποθοῦσε νὰ ξεπλύνει τὸ ἁμάρτημά του καὶ μὲ τὸ μαρ­τύριο.
Μιὰ μέρα λοιπὸν παρουσιάσθηκε αὐτόκλητος μπροστὰ στὸ βοεβόδα τῆς Σάμου, στὴ Χώρα, καὶ τοῦ λέει: «Ἕνας εἶ­ναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν.
Καὶ ἐγὼ χριστιανὸς εἶμαι. Πιστὸς ἀκόλουθος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Καὶ ἀμέσως δέχθηκε ὡς τιμωρία 1.000 μαστιγώ­σεις.
Αἱμόφυρτο τὸν ἔσυραν στὴ φυλακή, μὲ ἀβάσταχτους πόνους. Οἱ συμπολίτες του Σαμιῶτες ποὺ τὸν ἀγαποῦσαν κατόρθωσαν μὲ πολλὰ γρόσια νὰ δωροδοκήσουν τὸν βοε­βόδα καὶ πέτυχαν τελικὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του.
Τὴν 1η Μαρτίου τοῦ ἔτους 1801 βρίσκουμε πάλι τὸν Γε­ώργιο ἐλεύθερο στὴ γενέτειρά του, τὴ Νέα Ἔφεσο, μὲ ἀσί­γαστο ὅμως μέσα του τὸν πόθο νὰ δώσει τὴ ζωή του γιὰ τὸν Χριστό. Ἀλλὰ ἐὰν τὸ μαρτύριό του ὁδηγοῦσε τὴν οἰκο­γένειά του σὲ περιπέτειες; Ὁ Γεώργιος φρόντισε καὶ τὴν ἀσφάλισε σὲ τόπο μακρινό, ἤρεμο.
Μετὰ ζήτησε συγγνώμη ἀπὸ παλιοὺς φίλους καὶ γνω­στοὺς γιὰ τὰ λάθη του. Ὅλοι ξαφνιάστηκαν ἀπὸ τὴν ὥριμη καὶ σοβαρή του συμπεριφορά.
Ἀρκετὲς φορὲς τὸν ἔβλεπαν τὶς μέρες ἐκεῖνες ποὺ κα­θό­ταν μεταρσιωμένος κάτω ἀπὸ τὴ συκαμινιὰ ποὺ πρὶν 7 χρόνια, τὸ 1774, εἶχαν κρεμάσει οἱ ἀγαρηνοὶ τὸ Νεομάρ­τυρα ἅγιο Πολύδωρο. Ὁ τόπος αὐτὸς συγκινοῦσε τὸν Γε­ώρ­γιο καὶ τοῦ ἔδινε δύναμη καὶ γιὰ τὸ δικό του φτερού­γι­σμα γιὰ τὸ μαρτύριο.
Εἶχε περάσει ἕνας μήνας προσευχῆς καὶ προετοιμασίας. Ἡ ἄνοιξη μὲ τὰ μύρα της εἶχε ἔλθει. Οἱ ἀμυγδαλιὲς εἶχαν ἀνθίσει.
Τὰ κρίνα στοὺς πρασινισμένους ἀγροὺς εὐωδίαζαν, καὶ ὁ γαλάζιος οὐρανὸς ἔθελγε πιὸ πολὺ ὅσους ποθοῦσαν τὸν Παράδεισο.
Τὴν Τετάρτη στὶς 3 Ἀπριλίου ὁ Γεώργιος ἀνέβηκε μό­νος του τὰ σκαλιὰ τοῦ Δικαστηρίου καὶ μπροστὰ στὸν Κα­τὴ ὁμολόγησε: «Ἤμουνα χριστιανὸς καὶ τούρκεψα μὲ τὴ θέ­λησή μου. Βεβαιώθηκα ὅμως ὅτι ἡ θρησκεία σας εἶναι βρωμερὴ καὶ δαιμονική. Ἡ δική μου πίστη εἶναι ἄμωμη καὶ καθαρή. Χριστιανὸς ἤμουνα καὶ εἶμαι. Καὶ τὸ ὄνομά μου: "Γεώργιος!"».
Στὸ ἄκουσμα αὐτῆς τῆς ὁμολογίας ὁ Τοῦρκος δικαστὴς ὀργίσθηκε. Καὶ ἔδωσε διαταγὴ στοὺς δημίους νὰ τὸν βα­σα­νί­σουν φρικτὰ καὶ νὰ τὸν ρίξουν δεμένο χειροπόδαρα στὴ φυ­λακή. Ἡ νύχτα πέρασε μὲ τὴν παρηγοριὰ τῆς προ­σευ­χῆς. Τὴν ἑπόμενη μέρα, Πέμπτη, ἦρθαν στὸ κελλὶ τῆς φυ­λακῆς ἀπεσταλμένοι τοῦ δικαστῆ γιὰ νὰ μεταπείσουν τὸν Γεώργιο. Τοῦ ἔταξαν πλούσια δῶρα καὶ τιμές. Τοῦ ἔλεγαν: «Πὲς μόνο ἕνα! Εἶμαι μωαμεθανός. Τίποτε ἄλλο. Καὶ σὲ ἐλευθερώνουμε ἀμέσως». Καὶ ὁ Γεώργιος ἀπαντοῦσε στα­θερά: «Χριστιανὸς εἶμαι! Χριστιανὸς θέλω νὰ ἀποθάνω»!
Σὲ λίγο τὸν ἔφεραν ἐξαντλημένο, μὲ δεμένα πισθάγ­κωνα τὰ χέρια του καὶ πάλι στὴν αἴθουσα τοῦ Δικαστη­ρίου. Νέα καὶ πάλι καλοπιάσματα. Πόσο δηλητήριο δὲν κρύβουν τῶν ἀπίστων οἱ εὐγένειες! «Προσποιήσου τὸν τρε­λό! Καὶ θὰ σὲ ἐλευθερώσουμε», τοῦ λένε. «Ὄχι!». Ἀπο­κρίνεται ὁ Γεώργιος καὶ ἐξευτελίζει τὸν Μωαμεθανισμό. Καὶ τελικὰ τὸν ὁδηγοῦν στὸ μαρτυρικὸ θάνατο διὰ ξίφους. Μὲ κλωτσιὲς καὶ ξυλοκοπήματα οἱ δήμιοι τὸν ἔσυραν στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου. Ἐκεῖ ὁ ὑποψήφιος Μάρτυρας προσευ­χήθηκε: «Κύριε, μὴ μὲ ἐγκαταλείψεις. Στερέωσέ με. Κρά­τη­σέ με ἀκλόνητο καὶ γενναῖο. Σὲ Σένα ἔρχομαι.».
Σὲ λίγο ἡ ἁγία κεφαλὴ τοῦ μάρτυρος Γεωργίου αἱματο­βαμ­μένη ἔπεφτε στὴ γῆ.
Καὶ ἡ ψυχή του γεμάτη εὐωδία ταξίδευε στὰ χέρια τῶν ἀγ­γέλων γιὰ τὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Ἦταν ἡμέρα Παρασκευή. 5 Ἀπριλίου, 3 τὸ μεσημέρι.
Τί ἡρωικὸς θάνατος! Πάνω στὰ ἴχνη τοῦ Ἐσταυρω­μέ­νου!...
Ἡ Ἁγία Ἀργυρή
Στὴ χρυ­σὴ ἁ­λυ­σί­δα τῶν ἁ­γί­ων ἐν­δό­ξων Νε­ο­μαρ­τύ­ρων δὲν ὑ­πάρ­χουν μό­νο ὀ­νό­μα­τα ἀν­δρῶν ἀλ­λὰ καὶ γυ­ναι­κῶν, ποὺ ὁ­μο­λό­γη­σαν μὲ παρ­ρη­σί­α δυ­να­τὴ τὴν πί­στη τους πρὸς τὸν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Μιὰ τέ­τοι­α θαρ­ρα­λέ­α μορ­φὴ εἶ­ναι καὶ ἡ ἁ­γί­α νε­ο­μάρ­τυς Ἀρ­γυ­ρὴ ἀ­πὸ τὴ Μι­κρὰ Ἀ­σί­α.
Γεν­νή­θη­κε στὴν Πρού­σα τῆς Βι­θυ­νί­ας τὸ 1688 ἀ­πὸ εὐ­σε­βεῖς γο­νεῖς, τὸν Γε­ώρ­γιο καὶ τὴ Σω­σά­να. Ὁ Θε­ὸς τὴν εἶ­χε προι­κί­σει μὲ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ὡ­ραι­ό­τη­τα συν­δυ­α­σμέ­νη μὲ φυ­σι­κὴ εὐ­γέ­νεια καὶ κα­λο­σύ­νη. Ἡ μι­κρὴ αὐ­τὴ ἁ­γνὴ κό­ρη ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λὺ τὸν Θε­ό. Τὸν σε­βό­ταν βα­θιὰ καὶ τη­ροῦ­σε μὲ ἀ­κρί­βεια τὶς εὐ­αγ­γε­λι­κὲς ἀ­ρε­τές. Ἦ­ταν γιὰ πολ­λοὺς ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα φω­τει­νό.
Ὅ­μως ὁ δι­ά­βο­λος τὴν ἐ­φθό­νη­σε. Κά­ποι­ος πρού­χον­τας γεί­το­νάς της Μου­σουλ­μά­νος τὴ συμ­πά­θη­σε. Καὶ προ­σπα­θοῦ­σε μά­ται­α μὲ πο­νη­ρὲς προ­τά­σεις καὶ ἐ­νο­χλή­σεις νὰ τὴν ἀ­πο­σπά­σει ἀ­πὸ τὴ χρι­στι­α­νι­κή της πί­στη καὶ ζω­ή.
Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ πο­νη­ροῦ αὐ­τοῦ ἀν­θρώ­που κο­ρυ­φώ­θη­κε ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ὅ­τι ἡ εὐ­σε­βὴς Ἀρ­γυ­ρὴ ἔ­κα­νε τοὺς γά­μους της. Λί­γες μέ­ρες λοι­πὸν με­τὰ τὸ Μυ­στή­ριο καὶ ἐ­νῶ τε­λοῦ­σαν οἱ νε­ό­νυμ­φοι – κα­τὰ τὴν πα­ρά­δο­σή τους – Πα­ρά­κλη­ση στὴν ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κο, εἰ­σόρ­μη­σε στὸ Να­ὸ ὁ ἀλ­λό­θρη­σκος αὐ­τὸς ἐ­χθρός της μὲ ἄλ­λους μα­ζὶ Μω­α­με­θα­νοὺς καὶ τὴν ἅρ­πα­ξαν βί­αι­α. Φο­ροῦ­σε μά­λι­στα τὴν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη καὶ τὸ νυ­φι­κό της. Καὶ τὴν ὁ­δή­γη­σαν στὸν κρι­τὴ τῆς Πρού­σας. Τὴν κα­τη­γό­ρη­σαν ἐ­κεῖ ὅ­λοι μα­ζὶ καὶ τὴ συ­κο­φάν­τη­σαν στὸν δι­κα­στὴ λέ­γον­τας γι' αὐ­τὴν «ὅ­τι εἶ­πε ὅ­τι θὰ ἀλ­λά­ξει πί­στη καὶ θὰ γί­νει Τούρ­κα».
Ἀ­κο­λού­θη­σαν ρα­βδι­σμοί, βα­σα­νι­στή­ρια καὶ φυ­λα­κί­σεις. Μπρο­στὰ στὴν ἄ­δι­κη αὐ­τὴ ἐ­νέρ­γεια ὁ σύ­ζυ­γος τῆς Ἀρ­γυ­ρῆς ζή­τη­σε νὰ ἐ­πα­να­λη­φθεῖ ἡ δί­κη καὶ στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη μὲ τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι θὰ ἀ­πο­δο­θεῖ τὸ δί­και­ο καὶ θὰ ἀ­θω­ω­θεῖ ἡ εὐ­σε­βὴς γυ­ναί­κα του.
Ἀλ­λὰ καὶ στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη δυ­στυ­χῶς ἔ­φθα­σε ὁ φθο­νε­ρὸς πρού­χον­τας ὑ­πο­κι­νού­με­νος ἀ­πὸ τὸν δι­ά­βο­λο καὶ κα­τέ­θε­σε τὰ ἴ­δια ψέ­μα­τα, ἐ­νῶ ἡ ἁ­γί­α ἀ­τά­ρα­χη βε­βαί­ω­νε: «Οὐ­δέ­πο­τε σκέ­φθη­κα ἢ εἶ­πα κά­τι τέ­τοι­ο, νὰ ἀρ­νη­θῶ τὴν πί­στη μου. Εἶ­μαι Χρι­στια­νὴ καὶ Χρι­στια­νὴ θέ­λω νὰ ἀ­πο­θά­νω».
Μὲ νέ­α δι­α­τα­γὴ τοῦ Τούρ­κου κρι­τῆ ἔ­δει­ραν τὴν ἁ­γί­α Ἀρ­γυ­ρὴ καὶ τὴ φυ­λά­κι­σαν στὴν ὑ­γρὴ φυ­λα­κὴ τῆς πε­ρι­ο­χῆς Χά­σκι­ο­ϊ. Ἀ­κο­λού­θη­σαν καὶ ἄλ­λες ἀ­να­κρί­σεις χω­ρὶς ὅ­μως κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Οἱ γο­νεῖς τῆς εὐ­σε­βοῦς νε­ό­νυμ­φης κα­τέ­φυ­γαν μέ­χρι καὶ σ' αὐ­τὸν τὸν Σουλ­τά­νο, ἀλ­λὰ δυ­στυ­χῶς ὅ­λες οἱ προ­σπά­θει­ες ἀ­πέ­βη­σαν ἄ­καρ­πες. Ἡ ἀ­πό­φα­ση τοῦ δι­κα­στη­ρί­ου πα­ρέ­με­νε μί­α καὶ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­κτε­λε­σθεῖ μὲ ἀ­κρί­βεια: «Ἢ θὰ ἀλ­λα­ξο­πι­στή­σει καὶ θὰ παν­τρευ­τεῖ τὸν γυι­ὸ τοῦ πρού­χον­τα ἢ θὰ κλει­σθεῖ ἰ­σό­βια στὴ φυ­λα­κή». Ἡ Ἁ­γί­α προ­τί­μη­σε τὸ δεύ­τε­ρο. Αὐ­τὸ τῆς ὑ­πα­γό­ρευ­ε ἡ συ­νεί­δη­σή της καὶ ἡ ἀ­γά­πη της πρὸς τὸν Χρι­στό. Νὰ πα­ρα­μεί­νει πι­στὴ στὸν Κύ­ριο «ἄ­χρι θα­νά­του».
Οἱ συν­θῆ­κες στὴ φυ­λα­κὴ ἦ­ταν σκλη­ρές. Ὑ­πῆρ­χαν συγ­κρα­τού­με­νες Τουρ­κά­λες κα­τα­δι­κα­σμέ­νες γιὰ βα­ριὰ πα­ρα­πτώ­μα­τα. Αὐ­τὲς ἐ­νο­χλοῦ­σαν τὴν Ἁ­γί­α, τὴν πεί­ρα­ζαν, τὴν ἔ­βρι­ζαν, τὴ χλεύ­α­ζαν. Ἐ­κεῖ ἡ Ἁ­γί­α δε­χό­ταν ρα­βδι­σμοὺς καὶ ἄλ­λα βά­σα­να. Κα­κο­πα­θοῦ­σε γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ. Γιὰ τὸ ἅ­γιο ἦ­θος της καὶ τὸ ὑ­πο­μο­νη­τι­κό της πα­ρά­δειγ­μα μί­λη­σαν αὐ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες - γυ­ναῖ­κες χρι­στια­νὲς ποὺ ἦ­ταν καὶ αὐ­τὲς φυ­λα­κι­σμέ­νες καὶ εἶ­χαν ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ.
17 ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια ἔ­μει­νε στὶς φυ­λα­κὲς ἡ ἁ­γί­α Ἀρ­γυ­ρὴ «δε­σμί­α Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ».
Ὅ­λα τὰ ὑ­πέ­φε­ρε ἐ­κεῖ μὲ χα­ρὰ καὶ ἀ­γαλ­λί­α­ση.
Ἡ φυ­λα­κὴ ἦ­ταν γι' αὐ­τὴν Πα­ρά­δει­σος καὶ οὐ­ρα­νός! Ἀ­νέ­πνε­ε τὸν Χρι­στὸ καὶ ζοῦ­σε μέ­σα σὲ πλού­σια Χά­ρη εἰ­ρή­νης. Συ­νέ­χεια δο­ξο­λο­γοῦ­σε τὸν Κύ­ριο.
Ὅ­ταν κά­πο­τε τὴν εἰ­δο­ποί­η­σαν ὅ­τι ἕ­νας εὐ­λα­βὴς πλού­σιος, ὁ Μα­νώ­λης Κι­ουρ­τζίμ­πα­σης με­σο­λα­βεῖ γιὰ τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σή της, αὐ­τὴ ἀρ­νή­θη­κε νά δε­χθεῖ τὴν πρό­τα­σή του.
Προ­τί­μη­σε νὰ πα­ρα­μέ­νει στὴ φυ­λα­κή, «τὸ βα­σι­λι­κὸν πα­λά­τιον» – ὅ­πως τὸ ὀ­νό­μα­ζε – τοῦ βα­σι­λέ­ως Χρι­στοῦ.
Μέ­σα σὲ αὐ­τὸ τὸ πε­ρι­βάλ­λον ἡ Ἀρ­γυ­ρή – με­τὰ ἀ­πὸ 17 συ­νο­λι­κὰ χρό­νια ἐγ­κλει­σμοῦ – πα­ρέ­δω­σε τὸ πνεῦ­μα της στὸν Κύ­ριο στὶς 5 Ἀ­πρι­λί­ου 1721, ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως κοι­νώ­νη­σε τὰ Ἄ­χραν­τα Μυ­στή­ρια ποὺ κρυ­φὰ τὶς ἔ­φε­ραν μέ­σα σὲ στα­φί­δα.                                           
Τὸ μαρ­τυ­ρι­κό της σκή­νω­μα - σῶ­μα εὐ­σε­βεῖς Χρι­στια­νοὶ τὸ ἔ­θα­ψαν κα­τὰ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α της σὲ μιὰ ἄ­κρη στὸν πε­ρί­βο­λο τοῦ να­οῦ τῆς Ἁ­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς στὸ Χά­σκι­ο­ϊ (Πι­κρί­διο), ποὺ τό­τε ἦ­ταν νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Στὶς 30 Ἀ­πρι­λί­ου 1725 ἔ­γι­νε ἡ ἀ­να­κο­μι­δὴ τῶν ἱ­ε­ρῶν λει­ψά­νων της. Ὁ βι­ο­γρά­φος της ἅ­γιος Νι­κό­δη­μος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της κα­τα­γρά­φει ὅ­τι τὸ ἱ­ε­ρὸ Λεί­ψα­νο τῆς ἁ­γί­ας βρέ­θη­κε ἀ­κέ­ραι­ο, σῶ­ο, πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο ἀ­πὸ θεί­α εὐ­ω­δί­α. Ἱ­ε­ρεῖς καὶ πι­στοὶ μὲ εὐ­λά­βεια καὶ συγ­κί­νη­ση τὸ ἀ­πέ­θε­σαν μέ­σα σὲ λάρ­να­κα στὴν ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἁ­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς μὲ τὴν ἄ­δεια τοῦ τό­τε πα­τριά­ρχου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Πα­ϊ­σί­ου. Καὶ ἡ Ἁ­γί­α ἐ­τι­μᾶ­το μὲ ἐ­πι­ση­μό­τη­τα καὶ μὲ εὐ­λά­βεια κά­θε χρό­νο στὶς 30 Ἀ­πρι­λί­ου, ἡ­μέ­ρα τῆς ἀ­να­κο­μι­δῆς τῶν ἱ­ε­ρῶν Λει­ψά­νων της.
Στὰ δρα­μα­τι­κὰ γε­γο­νό­τα τοῦ 1955 ποὺ ἔ­γι­ναν στὴν Πό­λη, φα­να­τι­κοὶ καὶ ἐμ­πα­θεῖς Τοῦρ­κοι κα­τέ­στρε­ψαν καὶ λε­η­λά­τη­σαν με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων καὶ τὸν ἱ­ε­ρὸ Να­ὸ τῆς Ἁ­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς. Ἔ­κα­ψαν δὲ καὶ τὴν ἁ­γί­α λάρ­να­κα. Σή­με­ρα σώ­ζον­ται σὲ μι­κρὴ λει­ψα­νο­θή­κη ἐ­λά­χι­στα ὑ­πο­λείμ­μα­τα ἱ­ε­ρῶν Λει­ψά­νων τῆς ἐν­δό­ξου Νε­ο­μάρ­τυ­ρός μας.
Να­ΰ­δριο τῆς ἁ­γί­ας Ἀρ­γυ­ρῆς ἐγ­και­νι­α­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸν Μη­τρο­πο­λί­τη Μυ­τι­λή­νης κ. Ἰ­ά­κω­βο Γ΄ ὑ­πάρ­χει στὴν κω­μό­πο­λη Πα­να­γι­ού­δα Λέ­σβου, ὅ­που καὶ τι­μᾶ­ται μὲ λαμ­πρό­τη­τα.
Ἡ ἁ­γί­α Νε­ο­μάρ­τυς Ἀρ­γυ­ρὴ δί­και­α ὀ­νο­μά­σθη­κε «προ­στά­της τοῦ Γά­μου καὶ τῆς εὐ­σε­βοῦς νε­ό­τη­τος». Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς σύγ­χρο­νους ὑ­μνο­γρά­φους της, ὁ π. Ἀ­θα­νά­σιος Σι­μω­νο­πε­τρί­της, στὸν Πα­ρα­κλη­τι­κὸ Κα­νό­να ποὺ συ­νέ­θε­σε πρὸς τι­μήν της, ἔ­βα­λε ὡς ἀ­κρο­στι­χί­δα του τὴν τό­σο ἐκ­φρα­στι­κὴ ἱ­κε­σί­α «Τὴν σω­φρο­σύ­νην, Ἀρ­γυ­ρή, δὸς ἡ­μῖν δῶ­ρον».
Καὶ μὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ὡ­ραί­ους ὕ­μνους τὴν ὑ­μνεῖ καὶ τὴν πα­ρα­κα­λεῖ νὰ στη­ρί­ζει μὲ τὶς εὐ­χές της τοὺς πι­στοὺς συ­ζύ­γους σὲ θε­ά­ρε­στη συ­ζυ­γί­α:
«Συ­ζυ­γί­αν ἐ­τή­ρη­σας ἄ­μω­μον ἐκ φθό­νου τοῦ πο­λε­μή­το­ρος· διὸ μάρ­τυς τή­ρει πάν­το­τε, εὐ­λα­βεῖς συ­ζύ­γους ἐν ἁ­γνό­τη­τι». Εἴ­θε μὲ τὶς πρε­σβεῖ­ες τῆς ἁ­γί­ας ἐν­δό­ξου Νε­ο­μάρ­τυ­ρος Ἀρ­γυ­ρῆς οἱ νέ­ες οἰ­κο­γέ­νει­ες τῆς πα­τρί­δος μας νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νουν εἰ­ρή­νη καὶ χα­ρὰ καὶ νὰ μέ­νουν θε­με­λι­ω­μέ­νες στὸν ἀ­σά­λευ­το βρά­χο τῆς πί­στε­ώς μας, τὸν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό!
«Ἀ­πό τό πε­ρι­ο­δι­κό «Ο ΣΩΤΗΡ»
Ὁ Ἅγιος Παναγιώτης ποὺ μαρτύρησε στὴν Ἱερουσαλήμ
Ὁ νεομάρτυρας Παναγιώτης ἦταν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο καὶ μαρτύρησε στὴν Ἱερουσαλὴμ στὶς 5 Ἀπριλίου 1820. Σύμφωνα μὲ τὴν διήγηση τοῦ Ἄγγλου ἱεραποστόλουἸωσὴφ Wolff, ποὺ γράφτηκε στὶς 2 Ἀπριλίου 1839, ἕνας νεαρὸς Ἕλληνας, ποὺ ὀνομαζόταν Παναγιώτης, ὑπηρετοῦσε κοντὰ σ΄ ἕναν Τοῦρκο εὐγενῆ, ποὺ ὀνομαζόταν Ὀσμὰν Ἐφέντης. Ὅταν κάποτε ὁ Τοῦρκος αὐτὸς πῆγε στὸ Τέμενος τοῦ Ὀμάρ, ποὺ βρίσκεται στὴν Ἱερουσαλήμ, τὸν ἀκολούθησε μέσα σ΄ αὐτό καὶ ὁ Παναγιώτης. Οἱ φανατικοὶ Τοῦρκοι, θεώρησαν ὅτι ὁ Παναγιώτης μὲ τὴν εἴσοδό του μίανε τὸ Τέμενός τους καὶ τὸν κατηγόρησαν στὸν Πασὰ τῆς Δαμασκοῦ. Ὁ πασὰς ζήτησε ἀπὸ τὸν νέο, προκειμένου νὰ ἀποφύγει τὸν θάνατο, νὰ δεχθεῖ τὸν Μουσουλμανισμό. Ὁ Παναγιώτης μόλις τὸ ἄκουσε αὐτό, μὲ θάῤῥος φώναξε μπροστὰ στὸν ἄρχοντα: «Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, θανάτωσέ με, δὲν φοβᾶμαι. Χριστὸς ἀνέστη» μπροστὰ σὲ πλῆθος μουσουλμάνων. Ἐκεῖ τότε τὸν ἀποκεφάλισαν. Σύμφωνα πάντα μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ Ἄγγλου Ἱεραποστόλου, ποὺ παρακολούθησε τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου, τὸ «Ἑλληνικὸν Μοναστήριον» τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀγόρασε ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ λείψανο τοῦ νεομάρτυρα ἀντὶ 5.000 γροσίων καὶ τὸ ἔθαψε μὲ τιμές.
Ὁ Ἅγιος Becan (Ἰρλανδός)
Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Δεν υπάρχουν σχόλια: