Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

4-4-2016 ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Σήμερα 4/4/2016 εορτάζουν:
Όσιος Γεώργιος ο εν Μαλεώ
Όσιος Ζωσιμάς
Άγιοι Θεόδουλος και Αγαθάπους
Αγία Φερφούθη μετά της αδελφής και ανιψιάς της
Όσιος Πόπλιος
Όσιος Πλάτων ηγούμενος της Μονής Στουδίου
Όσιοι Θεωνάς. Συμεών και Φερβίνος
Όσιος Θεωνάς Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Όσιος Ιωσήφ ο Πολύαθλος
Άγιος Ισίδωρος Επίσκοπος Σεβίλλης
Όσιος Ζωσιμάς εκ Ρωσίας
Όσιος Ιωσήφ
Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ποὺ ἀσκήτευσε στὸ ὄρος Μαλαιό
Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀγάπησε ὁλόψυχα τὸν Κύριο. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ γονεῖς του, παρὰ τὴν θέλησή του, θέλησαν νὰ τὸν παντρέψουν, ὁ Γεώργιος ἔγινε μοναχὸς καὶ ἐπιδόθηκε μὲ ὅλη του τὴν δύναμη σὲ κάθε εἴδους ἄσκηση, δηλαδὴ νηστεία, σκληραγωγία, προσευχή, μελέτη τῶν θείων Γραφῶν καὶ ἄλλα. Πολλοὶ ποὺ προσέτρεχαν στὸν Ὅσιο, φωτίζονταν καὶ ἐπέστρεφαν διὰ τῆς μετανοίας στὸν Χριστό. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἦταν πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν ἐπισκέπτονταν, δὲν τὸν ἄφηναν ἥσυχο νὰ προσευχηθεῖ καὶ ὁ Ὅσιος ἀποσύρθηκε στὸ ὄρος Μαλαιὸ ὅπου ἡσύχαζε. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ μαζεύτηκε πλῆθος Μοναχῶν, τοὺς ὁποίους ὁ Ὅσιος καθοδηγοῦσε μὲ προσευχὴ καὶ ἄσκηση. Τόσο δὲ πρόκοψε στὴν ἀρετή, ὥστε ἔγινε ξακουστὸς καὶ θαυμαστὸς καὶ στοὺς ἄρχοντες, ἀκόμα καὶ στοὺς βασιλεῖς, στοὺς ὁποίους εἶχε γράψει πολλὲς καὶ ἀξιόλογες συμβουλευτικὲς ἐπιστολὲς γιὰ διάφορα ζητήματα. Τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, προεῖπε ὁ Ὅσιος πρὶν τρία χρόνια. Ἔτσι ἀφοῦ ἀσθένησε γιὰ λίγο, μάζεψε τοὺς μοναχοὺς τοῦ ὄρους Μαλαιό, καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδωσε θεῖες συμβουλὲς παρέδωσε τὴν δικαία ψυχή του στὸν Θεό, ποὺ τόσο ἀγάπησε ἀπὸ βρέφος.
Οἱ Ἅγιοι Θεόδουλος καὶ Ἀγαθάπους (ἢ Ἀγαθόπους)
Κατάγονταν καὶ οἱ δυὸ ἀπὸ τὴν νύμφη τοῦ Θερμαϊκοῦ, τὴ Θεσσαλονίκη. Ἔζησαν στὰ πρῶτα χρόνια τῶν διωγμῶν. Ὁ Ἀγαθάποδας ἦταν γέροντας καὶ νεώτερος ὁ Θεόδουλος. Ἀλλὰ ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη τοὺς ἔνωνε ἀδελφικότατα. Μελετοῦσαν μαζὶ τὶς Γραφές, ἐργάζονταν γιὰ τὴν ἐξάπλωση τοῦ Εὐαγγελίου καὶ μοχθοῦσαν ὑπηρετῶντας τοὺς πάσχοντες καὶ στερημένους ἀδελφούς τους. Κάποια νύχτα, ὅμως, συνέβη κάτι παράδοξο. Εἶδαν καὶ οἱ δυὸ τὸ ἴδιο ὄνειρο. Ὅτι, δηλαδή, ταξίδευαν μὲ πλοῖο καὶ ξαφνικὰ ἔγινε τρικυμία, καὶ τὸ πλοῖο ἔσπασε στὰ δυό. Αὐτοί, ὅμως, σώθηκαν καὶ ἀνέβηκαν σ᾿ ἕνα βουνό, ποὺ ἡ κορυφή του ἔφθανε στὸν οὐρανό. Τὴν ἑπομένη μέρα, τὸ ὄνειρο ἔγινε πραγματικότητα. Τοὺς συλλαμβάνουν καὶ κατάλαβαν ὅτι τοὺς περίμεναν κύματα θανάτου. Ὁ ἄρχοντας Φουστῖνος ζητᾶ νὰ ἀρνηθοῦν τὸ Χριστό. Αὐτοί, καὶ οἱ δυό, Τὸν ὁμολογοῦν μὲ θάῤῥος. Τότε, τοὺς ῥίχνουν στὴ θάλασσα. Στὸ βυθό της, βέβαια, πῆγαν τὰ φθαρτά τους σώματα. Οἱ ψυχές τους, ὅμως, ἀνέβηκαν στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἀξιώθηκαν νὰ φέρουν «ἐπὶ τὰς κεφάλας αὐτῶν στεφάνους χρυσούς». Νὰ ἔχουν, δηλαδή, στὰ κεφάλια τοὺς στεφάνια χρυσά, σύμβολα τῆς νίκης καὶ τοῦ ἐνδόξου θριάμβου τους.
Ἡ Ἁγία Φερφούθη μετὰ τῆς ἀδελφῆς καὶ ἀνιψιᾶς της
Ὄ­νο­μα τε­λεί­ως ἄ­γνω­στο στούς περισσότερους. Καί πράγ­μα­τι εἶναι ὄ­νο­μα ξε­νι­κό, Περ­σι­κό, πού ἀ­νή­κει στήν ἔν­δο­ξη Περ­σί­δα μάρ­τυ­ρα. Δι­ό­τι ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός ἄ­κμα­σε καί στήν Περ­σί­α, καί μά­λι­στα πο­λύ ἐγ­καί­ρως. Ἀλ­λά καί πο­λε­μή­θη­κε ἀ­πό τούς ἐ­κεῖ εἰ­δω­λο­λά­τρες ἄρ­χον­τες. Κι ὅ­μως δο­ξά­σθη­κε πολύ καί ἔ­χει νά πα­ρου­σί­α­σει χι­λιά­δες καί μυ­ριά­δες Μάρ­τυ­ρες. Με­τα­ξύ αὐ­τῶν καί ἡ Φερ­φού­θα μέ τήν ἀ­δελ­φή της καί τή νε­α­ρή κό­ρη τῆς ἀ­δελ­φῆς της.
Ἡ Φερ­φού­θα ἦ­ταν ἀ­νε­ψιά τοῦ ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος Ἐ­πι­σκό­που Συ­με­ών, ὁ ὁ­ποῖ­ος μα­ζί μέ ἄλ­λους χί­λιους Μάρ­τυ­ρες ἐ­πι­σφρά­γι­σε τήν ἁ­γί­α ζω­ή του μέ μαρ­τυ­ρι­κό θά­να­το, ἄ­ξιο τοῦ κα­λοῦ ποι­μέ­νος. Ἦ­ταν τό­τε ἐ­πο­χή τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας στήν Ἀ­να­το­λή τοῦ Μεγάλου Κων­σταν­τί­νου. Στήν Περ­σί­α βα­σί­λευ­ε ὁ βα­σι­λεύς Σα­πώρ ὁ Β, φα­να­τι­κός εἰ­δω­λο­λά­τρης. Κά­πο­τε ἀ­σθέ­νη­σε ἡ σύ­ζυ­γος τοῦ βα­σι­λέ­ως μέ ἀ­σθέ­νεια σο­βα­ρή. Καί κα­θώς οἱ ἰα­τροί τῆς Περ­σί­ας δέν ἦ­ταν σέ θέ­ση νά τήν θε­ρα­πεύ­σουν, ὁ βα­σι­λεύς κα­τέ­φυ­γε στούς πολυ­πλη­θεῖς ἐ­κεῖ μά­γους. Καί οἱ πιό κο­ρυ­φαῖ­οι ἀ­π'­ αὐ­τούς ἀ­πέ­δω­σαν τήν ἀ­σθέ­νεια τῆς βα­σί­λισ­σας στίς μα­γι­κές ἐ­νέρ­γει­ες τῆς Φερ­φού­θας καί τῆς ἀ­δελ­φῆς της. Καί τίς πα­ρου­σί­α­σαν στόν βα­σι­λιά καί στό πε­ρι­βάλ­λον του ὡς ὑ­πεύ­θυ­νες γιά τήν ἀ­σθέ­νεια τῆς βα­σί­λισ­σας. Καί τό ἔκαναν αὐτό εἴ­τε δι­ό­τι τίς ἔ­βλε­παν νά ἀ­σχο­λοῦν­ται μέ θρη­σκευ­τι­κούς τύ­πους, ἄγνω­στους καί ὕπο­πτους γι' αὐ­τούς, ξέ­νους ἀ­πό τά εἰ­δω­λο­λα­τρι­κά συ­νη­θι­σμέ­να, εἴ­τε δι­ό­τι τίς γνώ­ρι­ζαν ὡς Χρι­στια­νές καί ἤ­θε­λαν νά τίς ἐκ­δι­κη­θοῦν.
Ἦ­ταν φυ­σι­κό ὁ Σα­πώρ νά δε­χθεῖ τή γνώ­μη τῶν ἔμ­πι­στων μά­γων του. Γι' αὐ­τό καί ἔ­δω­σε τήν ἐν­το­λή νά συλ­λη­φθοῦν οἱ δυ­ό ἀ­δελ­φές καί νά ὁ­δη­γη­θοῦν σέ ἀ­νά­κρι­ση, τήν ὁ­ποί­α ὁ βα­σι­λεύς ἀ­νέ­θε­σε στόν ἀρ­χι­μά­γο Μα­πτόν. Κι αὐ­τός τίς ἀ­νέ­κρι­νε μέ ἐ­πι­μο­νή καί μέ τρό­πο βί­αι­ο. Πα­ρό­λα αὐ­τά δέν μπό­ρε­σε νά στη­ρί­ξει καμ­μί­α κα­τη­γο­ρί­α σέ βά­ρος τους. Ἡ Φερ­φού­θα, γιά νά ἀ­πο­δεί­ξει τήν ἀ­θω­ό­τη­τά της, με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων ἐ­πι­χει­ρη­μά­των της ἀνέφερε καί τήν ἰ­δι­ό­τη­τά της ὡς Χρι­στια­νῆς. Εἴ­μα­στε Χρι­στια­νές, εἶ­πε, καί ἡ πί­στη μας, ἡ θρη­σκεί­α μας δέν δέ­χε­ται, δέν μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει τήν μα­γεί­α. Εἴ­μα­στε ἀ­θῶ­ες!
Ναί, ἡ κα­τη­γο­ρί­α δέν ἀ­πο­δεί­χθη­κε ἀ­λη­θι­νή. Ὅ­μως ὁ ἀ­να­κρι­τής ἀρ­χι­μά­γος Μα­πτόν δέν θέ­λη­σε νά ἀ­παλ­λά­ξει τίς ἀ­δελ­φές ἀ­πό τήν κα­τη­γο­ρί­α. Ἀν­τί­θε­τα πρό­σθε­σε καί τή νέ­α κα­τη­γο­ρί­α ὅ­τι ἦ­ταν Χρι­στια­νές. Δι­πλή λοι­πόν ἡ κα­τη­γο­ρί­α ἐ­ναν­τί­ον τῶν δυ­ό ἀ­δελ­φῶν, ἡ μί­α ὅ­τι ἀ­σχο­λοῦν­ταν μέ τή μα­γεί­α, ἡ ἄλ­λη, ἡ χρι­στι­α­νι­κή τους ἰ­δι­ό­τη­τα. Ἀλ­λά αὐ­τά σύμ­φω­να μέ τόν ἀ­να­κρι­τή ἐ­πι­βάλ­λουν τήν ποι­νή τοῦ θα­νά­του. Ἔ­τσι μέ πολ­λή εὐ­κο­λί­α ὁ βα­σι­λεύς κα­τε­δί­κα­σε τήν Φερ­φού­θα, τήν ἀ­δελ­φή της καί τήν νε­α­ρή ἀ­νε­ψιά της σέ θά­να­το. Εὔ­κο­λη ἀ­πό­φα­ση, στήν ὁ­ποί­α τα­κτι­κά κα­τέ­φευ­γε ὁ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτος ἡ­γε­μό­νας. Στήν πε­ρί­πτω­ση μά­λι­στα αὐ­τήν πο­λύ εὐ­κο­λό­τε­ρα, ἐ­φό­σον τόν ἔ­πει­σαν ὅ­τι αἰ­τί­α τῆς σο­βα­ρῆς καί ἀ­θε­ρά­πευ­της ἀ­σθέ­νειας τῆς συ­ζύ­γου του ἦ­ταν οἱ δυ­ό μά­γισ­σες Χρι­στια­νές ἀ­δελ­φές. Ποιός μπο­ροῦ­σε νά ἐμ­πο­δί­σει τόν βα­σι­λιά στήν ἀ­πό­φα­σή του, ἐ­φό­σον δέν πί­στευ­ε σέ Θε­ό δί­και­ο Κρι­τή;
Ἡ Φερ­φού­θα, ἡ ἀ­δελ­φή καί ἡ ἀ­νε­ψιά της δέ­θη­καν γε­ρά σέ πασ­σά­λους, ὥ­στε νά μήν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ξε­φύ­γουν οὔ­τε κἄν νά κι­νη­θοῦν. Ἐ­κεῖ οἱ δή­μιοι ὑ­πο­βάλ­λουν τίς Μάρ­τυ­ρες σέ μαρ­τύ­ριο φρι­κτό, φρι­κο­δέ­στε­ρο τοῦ ὁ­ποί­ου ἴ­σως δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ὑ­πάρ­ξει. Μέ με­γά­λα πρι­ό­νια τίς πρι­ό­νι­σαν. Πρι­ό­νι­σαν τά σώ­μα­τά τους κα­θέ­τως, ἀ­πό τό κε­φά­λι πρός τά πό­δια, καί τά χώ­ρι­σαν στά δυ­ό. Δέν μπο­ροῦ­με ἐ­δῶ νά μι­λή­σου­με γιά πό­νο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Δι­ό­τι ἡ λέ­ξη πό­νος δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­δώ­σει τή φρί­κη τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου, τό ὁποῖο ὑ­πέ­στη­σαν ζων­τα­νές. Τό ὑ­πέ­στη­σαν ὅ­μως ἐν Κυ­ρί­ῳ. Γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ, γιά τήν ἀ­λή­θεια του, γιά νά μεί­νουν στα­θε­ρές σ' ὅ­σα πί­στευ­αν καί ζοῦ­σαν, σ' ὅ­σα οἱ ἴ­δι­ες δί­δα­σκαν στό πε­ρι­βάλ­λον τους. Καί ὑ­πέ­μει­ναν τό φο­βε­ρό­τε­ρο μαρ­τύ­ριο, γιά νά μή χω­ρι­σθοῦν ἀ­πό τόν Χρι­στό. Δέν τό γρά­φει αὐ­τό καί ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος; «Τίς ἡ­μᾶς χω­ρί­σει ἀ­πό τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Χρί­στου; θλῖ­ψις, ἤ στε­νο­χώ­ρια, ἤ δι­ωγ­μός, ἤ λι­μός, ἤ γυ­μνό­της, ἤ κίν­δυ­νος, ἤ μά­χαι­ρα»; (Ρωμ. η΄ 35).
Δι­α­με­ρι­σμέ­να τά σώ­μα­τά τους τά κάρ­φω­σαν σέ ξύ­λα, τά ἔ­βα­λαν τό ἕ­να ἀ­πέ­ναν­τι στό ἄλ­λο, γιά νά δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ἕ­νας στε­νός δι­ά­δρο­μος. Καί ἀ­πό τόν δι­ά­δρο­μο αὐ­τόν ἔ­βα­λαν νά πε­ρά­σει ἡ βα­σί­λισ­σα. Καί ἡ βα­σί­λισ­σα, ἡ βα­ρειά ἀ­σθε­νής, αὐ­τόματα θε­ρα­πεύ­θη­κε πλή­ρως καί μέ θαυ­μα­στό τρό­πο. Θαῦ­μα μέ­γα, πού ἔγινε μπρο­στά στά ἔκ­πλη­κτα βλέμ­μα­τα τοῦ βα­σι­λιά καί τῆς συ­νο­δεί­ας του. Θαῦ­μα τοῦ Θε­οῦ, πού πι­στο­ποι­εῖ τή δύ­να­μη τῶν Ἁ­γί­ων με­τά θά­να­τον, τή δύ­να­μη τῶν ἱ­ε­ρῶν τους Λει­ψά­νων. Ἄ­ρα­γε συγ­κλο­νί­σθη­καν οἱ βα­σι­λεῖς καί οἱ ἐ­πι­τε­λεῖς τους ἀ­πό τό θαῦ­μα; Αὐ­τό δέν τό γνω­ρί­ζου­με! Ἐ­κεῖ­νο πού γνω­ρί­ζου­με, εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Κύ­ριος τί­μη­σε τίς τρεῖς αὐ­τές Μάρ­τυ­ρες καί μέ τό χά­ρι­σμα τῆς θαυ­μα­τουρ­γί­ας. Καί τε­λι­κά τίς στε­φά­νω­σε μέ τόν ἁ­μα­ράν­τι­νο στε­φά­νι τῆς αἰ­ω­νί­ου δό­ξης.
Ναί, οἱ Χρι­στια­νές αὐ­τές γυ­ναῖ­κες κα­τη­γο­ρή­θη­καν, συ­κο­φαν­τή­θη­καν, ὑ­πέ­στη­σαν σκλη­ρό μαρ­τύ­ριο. Καί ἦ­ταν φυ­­­σι­κό, ἐ­φό­σον ἔ­ζη­σαν σ' ἕνα εἰ­δω­λο­λα­τρι­κό πε­ρι­βάλ­λον, ἐ­χθρι­κό καί ἀ­νί­κα­νο νά κα­τα­νό­η­σει τήν πί­στη τους, τήν ἐν Χρι­στῷ και­νή ζω­ή. Ὅ­μως δέν ὑ­πέ­στει­λαν τή ση­μαί­α τοῦ Χρι­στοῦ καί τῆς ἀ­λη­θεί­ας. Ἔ­μει­ναν πι­στές στόν Χρι­στό μέ­χρι θα­νά­του! Ἰ­σχύ­ει καί γι' αὐ­τές ὅ,τι βε­βαί­ω­σε ὁ Κύ­ριος γιά τούς Ἐ­πι­σκό­πους Περ­γά­μου καί Σάρ­δε­ων: «Ὅ­τι κρα­τεῖς τό ὄ­νο­μά μου, καί οὐκ ἠρ­νή­σω τήν πί­στιν μου... ὁ­μο­λο­γή­σω τό ὄ­νο­μά σου ἐ­νώ­πιον τοῦ πα­τρός μου καί ἐ­νώ­πιον τῶν ἀγ­γέ­λων αὐ­τοῦ» (Ἀ­ποκ. β΄ 13, γ΄ 5). Ἄ­ξι­ες θαυ­μα­σμοῦ, τι­μῆς καί μι­μή­σε­ως!
Ἀπό τό βιβλίο «Ἔνθεοι Σάλπιγγες»
Ἀρχιμ. Θεοδώρου Μπεράτη
Ὁ Ὅσιος Πούπλιος
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Ὁ Ὅσιος Θεωνᾶς ποὺ ἀσκήτευσε στὴ Μονὴ Παντοκράτορας Ἁγίου Ὄρους καὶ
κατόπιν ἔγινε Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Ὅ­σοι προ­σκυ­νη­τὲς φθά­σουν στὴν Ἱ. Μο­νὴ Ἁ­γί­ας Ἀ­να­στα­σί­ας τῆς Φαρ­μα­κο­λυ­τρί­ας – ποὺ βρί­σκε­ται σὲ γρα­φι­κὸ ὕ­ψω­μα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Βα­σι­λι­κά, ἀ­να­το­λι­κὰ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης – καὶ εἰ­σέλ­θουν στὸ κα­θο­λι­κό της (στὸν κεν­τρι­κὸ δη­λα­δὴ Να­ό), ἀν­τι­κρί­ζουν μὲ δέ­ος στὸ δε­ξιὸ κλί­τος τὴν ἱ­ε­ρὴ Λάρ­να­κα μὲ ἄ­φθαρ­το τὸ ἱ­ε­ρὸ σκή­νω­μα τοῦ ἁ­γί­ου Θε­ω­νᾶ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἐ­πὶ αἰ­ῶ­νες τώ­ρα ἀ­πὸ τῆς κοι­μή­σε­ώς του (1541) ἀ­να­παύ­ε­ται ὁ σε­πτὸς Ἱ­ε­ράρ­χης στὸν γα­λή­νιο καὶ ἥ­συ­χο αὐ­τὸν τό­πο ποὺ τό­σο ἀ­γά­πη­σε, ἀ­να­καί­νι­σε καὶ λάμ­πρυ­νε ὑ­λι­κὰ καὶ πνευ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν ὁ­σί­α ζω­ή του. Ποι­ὸς ὅ­μως ὑ­πῆρ­ξε ὁ ἅ­γιος Θε­ω­νᾶς;
Ἅ­γιος τοῦ 16ου αἰ­ῶ­νος μὲ ἄ­γνω­στη τὴν κα­τα­γω­γή του. Κά­ποι­οι ὑ­πέ­θε­σαν ὅ­τι κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὴ Βέ­ροι­α ἢ τὴ Λέ­σβο. Στὰ πρῶ­τα στοι­χεῖ­α τῆς βι­ο­γρα­φί­ας του τὸν συ­ναν­τοῦ­με στὴν ἁ­γι­α­σμέ­νη πο­λι­τεί­α τοῦ Ἄ­θω­να νὰ ἀ­σκεῖ κα­θή­κον­τα ἐ­φη­με­ρί­ου στὴν Ἱ­ε­ρὰ Μο­νὴ Παν­το­κρά­το­ρος. Σύν­το­μα ὅ­μως τὸν ἔ­θελ­ξε ἡ πνευ­μα­τι­κὴ μορ­φὴ τοῦ ὁ­σί­ου Ἰ­α­κώ­βου τοῦ Ἰ­βη­ρο­σκη­τι­ώ­τη (τοῦ με­τέ­πει­τα νε­ο­μάρ­τυ­ρος), ποὺ εἶ­χε φή­μη σπου­δαί­ου δι­δα­σκά­λου ἀ­ρε­τῆς σ' ὅ­λο τὸ Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Γι' αὐ­τὸ ζή­τη­σε καὶ ἔ­γι­νε δε­κτὸς στὴ μι­κρή του συ­νο­δεί­α, ποὺ βρι­σκό­ταν στὸ μο­νύ­δριο τοῦ Τι­μί­ου Προδρό­μου πά­νω ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρὰ Μο­νὴ Ἰ­βή­ρων. Ὁ Θε­ω­νᾶς ὡς ὑ­πο­τα­κτι­κὸς τοῦ Ἰ­α­κώ­βου προ­έ­κο­πτε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους στὰ πνευ­μα­τι­κὰ ἀ­θλή­μα­τα τῆς κοι­νο­βια­κῆς ζω­ῆς. Καὶ συ­νέ­χεια εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τὸν Θε­ό, σκιρ­τών­τας ἀ­πὸ χα­ρὰ ποὺ τοῦ χά­ρι­σε ἕ­ναν τέ­τοι­ο «οὐ­ρά­νιο γέ­ρον­τα».
Τὸ 1518 ὁ Ἰ­ά­κω­βος φω­τι­ζό­με­νος ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ ἐ­ξέρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιον Ὄ­ρος μὲ τοὺς ἕ­ξι μα­θη­τές του σὲ πε­ρι­ο­δεί­α γιὰ νὰ στη­ρί­ξει στὴν πί­στη τοὺς χρι­στια­νοὺς τῆς ἐ­πο­χῆς του. Ἀ­κο­λού­θη­σαν τὸν δρό­μο πρὸς τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, κα­τέ­βη­καν στὸν Πλα­τα­μώ­να, πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τὰ Με­τέ­ω­ρα ἐ­νι­σχύ­ον­τας τοὺς ἐ­κεῖ Μο­να­χοὺς καὶ κα­τέ­λη­ξαν στὴν Ἱ­ε­ρὰ Μο­νὴ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου πε­ρι­ο­χῆς Δερ­βέ­κι­στας (Ἀ­ναλή­ψε­ως) τῆς Αἰ­τω­λί­ας καὶ ἄρ­χι­σαν ἀ­μέ­σως τὸ ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κό τους ἔρ­γο. Ἕ­να ἦ­ταν τὸ σύν­θη­μα τοῦ Ἰ­α­κώ­βου: «νὰ προ­τρέ­πει τοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ ἐ­φαρ­μό­ζουν τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ καὶ νὰ μὴν κάνουν οἱ ἄν­θρω­ποι κα­νέ­να κα­κό». Ὁ κό­σμος δι­ψοῦ­σε γιὰ τὴ θεί­α δι­δα­σκα­λί­α. Πλή­θη λα­οῦ ἔ­τρε­χαν σὰν δι­ψα­σμέ­να ἐ­λά­φια ἀ­πὸ τὰ γύ­ρω χω­ριὰ γιὰ νὰ ἀ­κού­σουν τὴν ψυ­χω­φε­λὴ δι­δα­σκα­λί­α τοῦ ἁ­γί­ου Γέ­ρον­τος, νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν καὶ νὰ γυ­ρί­σουν πί­σω ἀ­να­γεν­νη­μέ­νοι ὄ­χι μό­νο πνευ­μα­τι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ σω­μα­τι­κά, ἀ­φοῦ καὶ θαύ­μα­τα πολ­λὰ γί­νον­ταν σὲ ἀ­σθε­νεῖς.
Ὅ­μως τὸ ἁ­γνὸ καὶ καρ­πο­φό­ρο αὐ­τὸ ἔρ­γο τὸ φθό­νη­σε ὁ δι­ά­βο­λος. Ἀ­κού­στη­καν συ­κο­φαν­τί­ες γιὰ τὸν Ἰ­ά­κω­βο ὅ­τι ὑ­πο­κι­νεῖ τὸ λα­ὸ σὲ ἐ­πα­νά­στα­ση. Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ συ­νε­λή­φθη ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους μα­ζὶ μὲ δύ­ο ἀ­πὸ τοὺς μα­θη­τές του, τὸν δι­ά­κο­νο Ἰ­ά­κω­βο καὶ τὸν μο­να­χὸ Δι­ο­νύ­σιο. Καὶ ἀ­φοῦ τοὺς βα­σά­νι­σαν σκλη­ρά, τοὺς ἀ­παγ­χό­νι­σαν τὴν 1η Νο­εμ­βρί­ου τοῦ ἔ­τους 1519 στὸ Δι­δυ­μό­τει­χο καὶ στὴν Ἀ­δρι­α­νού­πο­λη.
Ὁ ἅ­γιος Θε­ω­νᾶς μὲ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους Μο­να­χοὺς τῆς συ­νο­δεί­ας τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­α­κώ­βου ἦλ­θαν στὴ Σι­μω­νό­πε­τρα τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους. Με­τὰ ἀ­πὸ δύ­ο χρό­νια πε­ρί­που πλη­ρο­φο­ρή­θη­καν ὅ­τι οἱ τρεῖς νε­ο­μάρ­τυ­ρες - συμ­μο­να­στές τους εἶ­χαν τα­φεῖ στὸ Ἀρ­βα­νι­το­χώ­ρι, πέν­τε χι­λι­ό­με­τρα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Ἀ­δρι­α­νού­πο­λη. Πῆ­γαν λοι­πὸν ἐ­κεῖ καὶ μὲ ἱ­ε­ρὴ κα­τά­νυ­ξη ἔ­κα­μαν τὴν ἀ­να­κο­μι­δὴ τῶν τι­μί­ων Λει­ψά­νων τους καὶ ἐ­πέ­στρε­ψαν πά­λι στὸ Ἅ­γιον Ὄ­ρος.
Τὸ 1522 μὲ τοὺς πο­λύ­τι­μους θη­σαυ­ροὺς τῶν χα­ρι­το­βρύ­των Λει­ψά­νων τῶν ὁ­σι­ο­νε­ο­μαρ­τύ­ρων τους ἔ­φθα­σαν στὰ ἀ­να­το­λι­κὰ μέ­ρη τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης (πε­ρι­ο­χὴ Γα­λά­τι­στα Χαλ­κι­δι­κῆς) καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν στὸ μι­κρὸ καὶ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο τό­τε Μο­να­στή­ρι τῆς Ἁ­γί­ας Ἀ­να­στα­σί­ας τῆς Φαρ­μα­κο­λυ­τρί­ας. Ὁ Θε­ω­νᾶς ἀ­να­γνω­ρί­σθη­κε ἀ­μέ­σως ἡ­γού­­με­νος τῆς μι­κρῆς συ­νο­δεί­ας. Μὲ πολ­λὴ ἐ­πι­μέ­λεια καὶ προ­σω­πι­κὴ ἐρ­γα­σί­α ὁ ἅ­γιος Θε­ω­νᾶς ἀ­να­καί­νι­σε τὸ Μο­να­στή­ρι καὶ τὸ με­τέ­βα­λε σὲ μιὰ φι­λάν­θρω­πη πνευ­μα­τι­κὴ κυ­ψέ­λη μὲ Σχο­λεῖ­ο, Νο­σο­κο­μεῖ­ο καὶ ἐν­νέ­α πα­ρεκ­κλή­σια. Γιὰ τὴν εὐ­ρύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χὴ ἡ Μο­νὴ ἦ­ταν ἕ­νας πνευ­μα­τι­κὸς φά­ρος ποὺ γλυ­κὰ καὶ πα­ρή­γο­ρα φώ­τι­ζε καὶ στή­ρι­ζε τὸ σκλα­βω­μέ­νο τό­τε Γέ­νος μας. Ὁ ἅ­γιος Θε­ω­νᾶς ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λὺ τὴν κα­τὰ Θε­ὸν ἡ­συ­χί­α, τὴν πε­ρι­συλ­λο­γὴ τοῦ νοῦ καὶ τὴν ἄ­σκη­ση γιὰ τὸν προ­σωπι­κό του ἐ­ξα­γνι­σμό (σώ­ζε­ται ἀ­κό­μη τὸ ἀ­σκη­τή­ριό του). Δὲν ὑ­στέ­ρη­σε ὅ­μως καὶ πρὸς τὸ ἄλ­λο κα­θῆ­κον τῆς δι­α­ποι­μάν­σε­ως τῆς ἱ­ε­ρᾶς συ­νο­δεί­ας του, ποὺ ἔ­φθα­σε τοὺς 150 Μο­να­χούς. Ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς κα­θο­δη­γοῦ­σε μὲ πολ­λὴ ἐ­πι­μέ­λεια στὴ μο­να­χι­κὴ πο­λι­τεί­α καί τούς μόρ­φω­νε «κα­τὰ Θε­ὸν» μὲ τὶς ἅ­γι­ες δι­δα­χές του.
Ἡ εἴ­δη­ση τῆς φω­τει­νῆς καὶ πλού­σιας σὲ ἀ­ρε­τὴ ζω­ῆς του εἶ­χε φθά­σει μέ­χρι τὴν πό­λη τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Γι' αὐ­τὸ ὅ­ταν ὁ θρό­νος της χή­ρευ­σε τὸ 1535 πε­ρί­που, ὅ­λοι προ­έ­κρι­ναν τὸν ὅ­σιο καὶ ἐ­νά­ρε­το Θε­ω­νᾶ ὡς νέ­ο Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πό της. Ἐ­κεῖ μὲ τὰ πλού­σια καὶ σπά­νια χα­ρί­σμα­τα τῆς σο­φί­ας, τῆς πρα­ό­τη­τος καὶ τῆς κα­λο­σύ­νης του ὁ­δή­γη­σε στὴν «ὁ­δὸ τῆς σω­τη­ρί­ας» πλή­θη πνευ­μα­τι­κῶν του παι­δι­ῶν. Ὄρ­θιος νύ­κτα καὶ ἡ μέ­ρα στὶς πνευ­μα­τι­κὲς ἐ­πάλ­ξεις ἀ­γρυ­πνοῦ­σε προ­σευ­χό­με­νος γιὰ τὸ ποί­μνιό του δι­α­φυ­λάτ­τον­τάς το ἀ­πὸ τοὺς νο­η­τοὺς λύ­κους τῶν αἱ­ρέ­σε­ων.
Ὁ ἅ­γιος Θε­ω­νᾶς μὲ θε­ο­φι­λὴ ἀρ­χι­ε­ρα­τεί­α δό­ξα­σε τὸν Θε­ὸ καὶ λάμ­πρυ­νε τὴν το­πι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης μέ­χρι τὴν ἐκ­δη­μί­α του τὸ 1541! Τὸ ὄ­νο­μά του προ­φέ­ρε­ται μὲ εὐ­λάβεια καὶ τι­μὴ ἀ­πὸ ὅ­λο τὸν χρι­στι­α­νι­κὸ κό­σμο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης μέ­χρι σή­με­ρα. Ἱ­ερὲς εἰ­κό­νες του κο­σμοῦν πλή­­θη Να­ῶν (Ὑ­πα­παν­τῆς, Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου Πα­λα­μᾶ.­.­.) καὶ πα­ρεκ­κλη­σί­ων.
Ἅ­γιος Θε­ω­νᾶς! Μιὰ ὁ­σια­κὴ μορ­φὴ μὲ γνή­σιο ἀ­σκη­τι­κὸ πνεῦ­μα καὶ αὐ­θεν­τι­κὴ ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κὴ δι­α­κο­νί­α. Μιὰ μορ­φὴ ποὺ βά­δι­σε τὸ δρό­μο τοῦ Χρι­στοῦ μὲ πι­στό­τη­τα, γεν­ναι­ό­τη­τα καὶ αὐ­το­θυ­σί­α. Ἂς γί­νει ἡ ζω­ή του καὶ δι­κή μας ζω­ή.
«Ἅ­γι­ε θε­ο­φό­ρε Θε­ω­νᾶ, Ἐκ­κλη­σί­ας καλ­λο­νὴ καὶ δο­χεῖ­ον τοῦ Πα­ρα­κλή­του, ἀ­παύ­στως δυ­σώ­πει ἐ­λε­η­θῆ­ναι τὰς ψυ­χὰς ἡμῶν».
«Ἀπό  τό περιοδικό «Ο ΣΩΤΗΡ»
Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς
Ἀπὸ μικρὸς ἀσκήθηκε σ᾿ ὅλα τὰ εἴδη τῶν ἀρετῶν. Ἐπισκέφθηκε γύρω στοὺς χίλιους διακρινόμενους γιὰ τὴν ἀρετή τους Ἀσκητές, καὶ ἀπὸ κάθε ἕναν ἀπ᾿ αὐτοὺς ἔπαιρνε θεοπρεπῆ ὑποδείγματα ἀκριβοῦς καὶ ὀρθῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. Μετὰ ἀπὸ μία περίοδο ἡσυχαστικῆς ζωῆς, ὁ Ζωσιμᾶς, πῆγε στὸ Μοναστήρι τοῦ Τιμίου Προδρόμου κοντὰ στὸν Ἰορδάνη ποταμό, ὅπου μόναζε μαζὶ μὲ τοὺς ἐκεῖ μοναχούς. Κατὰ τὶς ἡμέρες τῆς ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὅπως συνήθιζε, βγῆκε στὴν ἔρημο γιὰ περισσότερηἄσκηση. Ἐκεῖ συνάντησε τὴν Ὁσία Μαρία τὴν Αἰγύπτια, καὶ ἀφοῦ τὴν δίδαξε καὶ τὴνκαθοδήγησε, καὶ ὠφελήθηκε καὶ αὐτὸς ἀπ᾿ αὐτή, ἐπέστρεψε στὸ Μοναστήρι του, ὅπου διηγήθηκε στοὺς ἐκεῖ Πατέρες τὸ θαῦμα ποὺ συνάντησε στὴν ἔρημο. Τὸν ἑπόμενοχρόνο, ἐπανῆλθε στὸν τόπο αὐτὸ τῆς ἐρήμου, ὅπου καὶ πάλι συνάντησε τὴν Ὁσία Μαρία τὴν Αἰγύπτια καὶ τὴν μετάλαβε τῶν Ἀχράντων καὶ Ζωοποιῶν τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων. Ὅταν ὅμως καὶ τὸν ἑπόμενο χρόνο ἐπανῆλθε, τὴν βρῆκε νεκρὴ καὶ τὴν κήδευσε. Μετὰ ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, πῆγε καὶ διηγήθηκε τὰ γεγονότα στὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων, καὶ ἀργότερα τὰ παρέδωσε ἐγγράφως στοὺς μεταγενέστερους γιὰ
ψυχικὴ ὠφέλεια. Ὁ Ζωσιμᾶς πέθανε σὲ βαθιὰ γεράματα μέσα στὸ κελλί του, ἀσκούμενος μέχρι τέλους στὴν ἀρετή.
Ὁ Ὅσιος Πλάτων ἡγούμενος τῆς Μονῆς Στουδίου
Ὁ γνωστὸς γιὰ τὴν αὐστηρότητα τῆς ζωῆς του καὶ καθηγητὴς τοῦ ἀσκητισμοῦ Ὅσιος Πλάτων, γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 732 ἀπὸ γονεῖς εὐγενεῖς καὶ πλούσιους, τοῦ Στεργίου καὶ τῆς Εὐφημίας. Στὴν ἀρχὴ ἦταν βασιλικὸς Νοτάριος στ᾿ ἀνάκτορα, ἀλλ᾿ ἀπαρνήθηκε τὴν κοσμικὴ ζωὴ καὶ πῆγε στὸν Ὄλυμπο (Μ. Ἀσίας), ὅπου ἔγινε μοναχὸς στὴ Μονὴ τῶν Συμβόλων. Κατόπιν ἐπανῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ παρέλαβε τοὺς ἀνιψιοὺς τοῦ Θεόδωρο καὶ Ἰωσὴφ (τὸν μετέπειτα μητροπολίτη Θεσσαλονίκης), καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του καὶ ἀποσύρθηκε στὰ μέρη τῆς Προῦσας, ὅπου σὲ ἰδιόκτητο κτῆμα του ἔκτισε τὴν λεγόμενη Μονὴ τοῦ Σακκουδίωνος, τῆς ὁποίας ἔγινε καὶ ἡγούμενος. Λόγω ὅμως ἀσθενείας του, παρέδωσε τὴν ἡγουμενία στὸν ἀνιψιό του Θεόδωρο. Ἀλλὰ οἱ βαρβαρικὲς ἐπιδρομές, τὸν ἀνάγκασαν μαζὶ μὲ τὸ πνευματικό του ποίμνιο νὰ ἐπιστρέψει στὴ βασιλεύουσα, ὅταν τοῦ δόθηκε ἡ Μονὴ Στουδίου, ἐρημωμένη τότε, γιὰ νὰ τὴν κατοικήσει, τῆς ὁποίας μετὰ τὴν ἀνακαίνιση ἔγινε ἡγούμενος. Ἀτυχῶς, ἀπὸ τὴν αὐστηρότητα τοῦ χαρακτῆρα του, ἦλθε σὲ σύγκρουση μὲ τὸν βασιλιὰ Κων/νο τὸν ΣΤ´, γιὰ τὸν γάμο του μὲ τὴν Θεοδότη καὶ ἐξορίστηκε. Κατόπιν ἀνακλήθηκε καὶ πῆρε ἐνεργὸ μέρος κατὰ τῆς εἰκονομαχίας καὶ ὑπέστη μαζὶ μὲ τοὺς ἀνιψιούς του Θεόδωρο καὶ Ἰωσήφ, συνεχεῖς ἐξορίες καὶ κακουχίες μέχρι ποὺ πέθανε στὶς 4 Ἀπριλίου τοῦ 814.
 
Οἱ Ὅσιοι Θεωνᾶς, Συμεὼν καὶ Φερβῖνος
Ἀπεβίωσαν εἰρηνικά.
Ὁ Νέος Ἱερομάρτυρας Νικήτας
Δὲν εἶ­ναι γνω­στὸς ἴ­σως σέ πολ­λοὺς ὁ ἅ­γιος Νε­ο­μάρ­τυς Νι­κή­τας. Ἀ­πο­τε­λεῖ ὅ­μως κι αὐ­τὸς ἀ­στέ­ρα φα­ει­νὸ μέ­σα στὸν γα­λα­ξί­α τῶν Νε­ο­μαρ­τύ­ρων τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας. Μαρ­τύ­ρη­σε τὸ Μέγα Σάββατο, στίς 4 Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ 1808 στὴν πό­λη τῶν Σερ­ρῶν. Γι' αὐτό καὶ εἶ­ναι ὁ πο­λι­οῦ­χος καὶ προ­στά­της τῆς πό­λε­ως.
῾Ως ἰ­δι­αί­τε­ρη πα­τρί­δα τοῦ Ἁ­γί­ου ἀ­να­φέ­ρουν ὁ­ρι­σμέ­νοι τὴν ἡ­ρω­ϊ­κὴ καὶ εὔα­νδρη, τὴν δο­κι­μα­σμέ­νη Βόρειο Ἤ­πει­ρο, ὅ­που ­γεν­νή­θηκε με­τα­ξὺ τῶν ἐ­τῶν 1760-1770 μ.Χ. Φα­ί­νε­ται ὅ­μως πε­ρισ­σό­τε­ρο πι­θα­νὸς ὡς τό­πος κα­τα­γω­γῆς ὁ ἁ­γι­ώ­νυ­μος Πόντος καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἡ Τρα­πε­ζοῦν­τα. ᾿Ε­κεῖ ἔ­με­ναν οἱ γο­νεῖς του καὶ ἦ­ταν βα­πτι­σμέ­νοι Χρι­στια­νοί. Λόγῳ ὅ­μως τῆς κα­τα­στά­σε­ως ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε τό­τε ἐ­κεῖ ἐξαιτίας τοῦ δι­ωγ­μοῦ, ἐ­νῷ κρυ­φὰ ἐ­πι­τε­λοῦ­σαν τὰ χρι­στι­α­νι­κά τους κα­θή­κον­τα, κατ᾿ ἀ­νά­γκην καὶ μὲ θλί­ψη πολ­λὴ ­κρύβονταν καὶ ὑ­πε­κρί­νον­ταν τοὺς μου­σουλ­μά­νους, ὅ­πως καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι στὴν ἐ­πο­χήν τους κρυ­πτο­χρι­στια­νοί.
Πι­στὸς καὶ ἐ­νά­ρε­τος ὁ Ἅ­γι­ός μας, νέ­ος τό­τε στὴν ἡ­λι­κί­α, ἀ­να­χώ­ρη­σε γιὰ τὸ Ἅ­γιον ῎Ο­ρος καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θηκε στὴν ὀ­νο­μα­στὴ Σκή­τη τῆς προ­μή­το­ρος ἁ­γί­ας Ἄν­νης. ᾿Ε­κεῖ, ὄ­χι μό­νο μ­πο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­τε­λεῖ ἐ­λε­ύ­θε­ρα τὰ ἱ­ε­ρά του κα­θή­κον­τα, ἀλ­λὰ καὶ νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει, ὅ­πως πο­θοῦ­σε ἡ ψυ­χή του, τὴ μο­να­χι­κὴ ζω­ή. ῾Υ­πε­τά­γη σ' ἕναν εὐ­λα­βῆ καὶ ἐ­νά­ρε­το Γέροντα, κι αὐ­τός, ὅ­ταν δι­ε­πί­στω­σε τὸν εἰ­λι­κρι­νῆ καὶ ἔν­θε­ο ζῆ­λο τοῦ ὑ­πο­τα­κτι­κοῦ του, τὸν προ­πα­ρε­σκε­ύ­α­σε καὶ στὸν κα­τάλ­λη­λο και­ρὸ τὸν ὁ­δή­γη­σε στὴ μο­να­χι­κὴ κου­ρὰ μὲ τὸ μέ­γα Σχῆ­μα καὶ μὲ τὸ ἐκ­φρα­στι­κὸ ὄ­νο­μα Νι­κή­τας. ῾Η ὅ­λη του πο­λι­τε­ί­α, ἀρ­χι­κῶς στὴν ἁ­γί­α Ἄν­να καὶ στή συνέ­χεια στὴν ἱ­ε­ρὰ Κοι­νο­βια­κὴ Μο­νὴ τοῦ ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος, ἀ­πέ­δει­ξε τὸν Νι­κή­τα «σκεῦ­ος ἐ­κλο­γῆς», κα­λὸν ἀ­γω­νι­στὴ καὶ νι­κη­τὴ τῶν ἱ­ε­ρῶν ἀ­γώ­νων, κα­τάλ­λη­λο καὶ γιὰ τὴν ἱ­ε­ρω­σύ­νη. Καὶ δέ­χθηκε τὴν ἱ­ε­ρω­σύ­νη ὁ Νι­κή­τας μὲ πολ­λὴ συγ­κί­νη­ση καὶ εὐ­γνω­μο­σύ­νη.
῞Ο­μως ὁ λο­γι­σμὸς τὸν ἐ­νο­χλοῦ­σε. Καὶ μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου τὸν ἐ­νο­χλοῦ­σε ἐν­το­νό­τε­ρα. ῞Ο­τι δη­λα­δὴ αὐ­τὸς ἀ­πο­λαμ­βά­νει στὴν μο­να­χι­κὴ πο­λι­τε­ί­α ὑ­περ­κό­σμια πνευ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­θὰ καὶ ἀ­σφα­λι­σμέ­νος βα­δί­ζει τὸν δρό­μο τῆς σω­τη­ρί­ας. Οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες του ὅ­μως; Αὐ­τοί, μέ­σα στὸν κό­σμο τῆς πλά­νης, τῶν πει­ρα­σμῶν καὶ τοῦ δι­ωγ­μοῦ, ἀ­δι­α­φώ­τι­στοι, τί θὰ γί­νουν; Ποιός θὰ «εὐ­αγ­γε­λι­σθεῖ τὰ ἀ­γα­θά» σ' αὐ­τοὺς; Αὐ­τὸς εἶ­ναι πρό­θυ­μος καὶ παίρνει τὴν ἀ­πό­φα­ση καὶ τὸ αἷ­μα του ἀ­κό­μη νὰ χύ­σει γιὰ τὸ ἔρ­γο τῆς πνευ­μα­τι­κῆς βο­ή­θει­ας τῶν συ­ναν­θρώ­πων του, τῶν ὑ­πο­δο­ύ­λων Χρι­­στια­νῶν. Με­τὰ ἀ­πὸ συ­ζη­τή­σεις μὲ τὸν ἅ­γιο Ἡ­γο­ύ­με­νο τῆς ῾Ι­ε­ρᾶς Μο­νῆς καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως μὲ τὴν εὐ­χὴ τοῦ Γέροντός του τῆς ἁ­γί­ας Ἄν­νης, φε­ύ­γει ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιον Ὄ­ρος, καὶ τὴν Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα, 30 Μαρ­τί­ου τοῦ 1808 φθά­νει, ὡς πρῶ­το σταθ­μό, στίς Σέρρες.
᾿Ε­δῶ «πα­ρο­ξύ­νε­ται», ἐ­ρε­θί­ζε­ται τὸ πνεῦ­μα του ἀ­πὸ τὰ τουρ­κι­κὰ τζα­μιά, ποὺ ἀν­τι­κρύ­ζει νὰ κυ­ρια­ρχοῦν πε­ρή­φα­να, καὶ συγ­κλο­νί­ζε­ται μὲ τὴν σκέ­ψη ὅ­τι οἱ Χρι­στια­νοὶ βρί­σκον­ται καὶ ζοῦν ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῶν ᾿Ο­θω­μα­νῶν. Νύκτα κα­τευ­θύ­νε­ται στὴν Μο­νὴ ῾Η­λι­ό­κα­λη, με­τό­χι τῆς Μο­νῆς Εἰ­κο­σι­φοι­νίσ­σης. ᾿Ε­κεῖ, ἐμ­πνε­ό­με­νος ἀ­πὸ τὸν ἱ­ε­ρὸ τό­πο καὶ τὴν ὁ­λο­νύ­κτια θερ­μὴ προ­σευ­χή, θερ­μα­ί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο ὁ ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κὸς ζῆ­λος του καί, ἀ­φοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­ται, ξε­κι­νᾶ τὸ πρωΐ, γιά τὸ ἔρ­γο του.
Δὲν ­πρό­λα­βε νὰ βγεῖ ἀπό τή Μο­νή καὶ β­ρί­σκει ἕναν ἄν­θρω­πο χω­λό. Τὸν πλη­σι­ά­ζει καὶ ἀρ­χί­ζει τὴν Κα­τή­χη­ση. Τοῦ εἶ­πε πολ­λὰ γιὰ τὸν Χρι­στὸ καὶ τὴν πί­στη καὶ στή συ­νέ­χεια ­τρά­βη­ξε τὸν δρό­μο του, ὅ­που θὰ τὸν ­πε­ρί­με­νε πα­ρό­μοι­ον κα­θῆ­κον. ῞Ο­μως ὁ πρῶ­τος ἐ­κεῖ­νος ἄν­θρω­πος τὸν κα­­­τέ­δω­σε καὶ τὸν πα­ρέ­δω­σε στὸν «βο­ε­βό­δα», τὸν Τοῦρ­κο δι­οι­κη­τή τῆς πό­λε­ως. Κι αὐ­τός, χω­ρὶς καμ­μί­α συ­ζή­τη­ση, τὸν ἔ­κλει­σε ἀ­μέ­σως στὴν φυ­λα­κή, μέ­χρι τὴν Με­γά­λη Πέμπτη. Καὶ τὴν Με­γά­λη Πέμπτη οἱ δε­σμο­φύ­λα­κες τὸν ὁ­δή­γη­σαν πά­λι στὸν δι­οι­κη­τή, ποὺ πε­ρι­στοι­χιζόταν ἀ­πὸ ἄλ­λους ἀ­ξι­ω­μα­το­ύ­χους τῆς πό­λε­ως. Τὸν ἐ­ξέ­τα­ζαν ἐ­πὶ ὥ­ρα πολ­λή. Τὸν ἐ­ξευ­τέ­λι­σαν μὲ τὶς εἰ­ρω­νεῖ­ες καὶ τὶς ὕ­βρεις. Τὸν ἐ­ξέ­λα­βαν ὡς τρελ­λὸ καὶ τὸν πε­ρι­έ­παι­ζαν. Ἀλλ᾿ ἐ­κεῖ­νος συ­νε­τός, στα­θε­ρός, θαρ­ρα­λέ­ος, ὁ­μο­λο­γεῖ καὶ κη­ρύτ­τει τὴν ἀ­λή­θεια τοῦ Χρι­στοῦ. Τοὺς δι­η­γεῖ­ται τὰ σε­πτὰ πά­θη τοῦ Κυ­ρί­ου, τὴν σω­τή­ριο Στα­ύ­ρω­σή Του καὶ τὴν τρι­ή­με­ρο Ἀ­νά­στα­ση. Τοὺς ­μι­λᾶ γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ, γιὰ τὴ θαυ­μα­στὴ δι­ά­δο­σή του. Τέλος τοὺς κα­λεῖ νὰ πι­στε­ύ­σουν, γιὰ νὰ σω­θοῦν καὶ οἱ ἴ­διοι. Βε­βα­ί­ως οἱ «ἐ­πί­ση­μοι» ἀ­κρο­α­τές του ἀν­τι­λή­φθηκαν πλέ­ον ὅ­τι δὲν εἶ­χαν μ­προστά τους ἕ­ναν τρελ­λό, ἀλ­λὰ ἕ­ναν ἐν­θου­σι­ώ­δη εὐ­θαρ­σῆ Μο­να­χὸ ἱ­ε­ρα­πό­στο­λο καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια ἐ­πι­κίν­δυ­νο γιὰ τὴν θρη­σκε­ί­α τους. Γι' αὐτό μὲ τὴ συγ­κα­τά­θε­ση καὶ τοῦ Μπέ­η τὸν ­φυ­λά­κι­σαν καὶ πά­λι μέ­χρι τὸ Μέγα Σάββατο.
Τὸ Μέγα Σάββατο, 4 Ἀ­πρι­λί­ου, ἦ­ταν ἡ ἡ­μέ­ρα τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τοῦ Νε­ο­μάρ­τυ­ρος Νι­κή­τα. Τὸν ­βα­σά­νι­σαν ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα καὶ ­πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ ­πά­νω του τὰ φρι­κτό­τε­ρα μαρ­τύ­ρια. Ἄ­να­ψαν κε­ρὶ καὶ τὸ ἔ­χω­σαν μέ­σα στὰ ρου­θο­ύ­νια του... Το­πο­θέ­τη­σαν στὸ κε­φά­λι του σι­δε­ρέ­νιο πυ­ρω­μέ­νο στε­φά­νι μὲ ἀγ­κι­δω­τὲς αἰχ­μές. Ττρυ­ποῦ­σαν τὰ νύ­χια τῶν χε­ρι­ῶν καὶ τῶν πο­δι­ῶν του μὲ αἰχ­μη­ρὰ ἀν­τι­κε­ί­με­να. Τὸν ­κτυ­ποῦ­σαν ἀ­δυ­σώ­πη­τα μὲ γρο­θι­ὲς στὸ πρό­σω­πο καὶ σ' ὅ­λο τὸ σῶ­μα. Μαρ­τύ­ριο ὁ­λο­ή­με­ρο καὶ φρι­κτό. Καὶ ὅ­μως, πα­ρὰ τὸν φρι­κτὸ πό­νο, ἡ σκέ­ψη τοῦ Μάρτυρος κα­τευ­θυνόταν συ­νε­χῶς στὸ μαρ­τύ­ριο τοῦ πρώ­του Μάρτυρος, τοῦ Θε­αν­θρώ­που Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ὁ Ὁ­ποῖ­ος τὴν προ­η­γου­μέ­νη ἡ­μέ­ρα, Με­γά­λη Πα­ρα­σκευή, ὑ­πέ­στη ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τα τὸν σταυρικό ἐ­πώ­δυ­νο θά­να­το, γιὰ τὴν σω­τη­ρί­α ὅ­λου τοῦ κό­σμου. Τε­λι­κῶς ὁ­δη­γοῦν τὸν ἱ­ε­ρα­πό­στο­λο ἱ­ε­ρο­μό­να­χο στὸν τό­πο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. ᾿Ε­κεῖ δέ­νουν θη­λιὰ καὶ τὸν κρε­μοῦν ἀ­πὸ τὸν λαι­μό.
Ψάλλει ὁ ἱ­ε­ρὸς ὑ­μνω­δός·
«῾Ως τρυ­φάς, θε­ί­ῳ ἔ­ρω­τι, τὰς βα­σά­νους λε­λό­γι­σαι καὶ τὸν βι­αι­ό­τα­το ὄν­τως θά­να­τον, τὸν δι᾿ ἀγ­χό­νης, μα­κά­ρι­ε, καὶ χα­ί­ρων ἀ­νέ­δρα­μες πρὸς ἀ­θά­να­το ζω­ήν».
Ναί, ὁ Μάρτυς πα­ρέ­δω­σε τὸ πνεῦ­μα του στὸν Κύριό του τὴν νύ­κτα, ὅ­ταν «ἐ­πέ­φω­σκε» ἡ ἡ­μέ­ρα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως, Μέ­γα Σάββατο, 4 Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ 1808. Στὸν Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Να­ὸ τῶν Σερ­ρῶν φυ­λάσ­σε­ται ἱ­ε­ρὸ Λε­ί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου, τὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ εὐ­σε­βεῖς προ­σκυ­νη­τές ἀ­σπά­ζον­ται μὲ πολ­λὴ εὐ­λά­βεια. Κι ἔχει πλέον ἀναγερθεῖ στίς Σέρρες νέ­ος πε­ρι­καλ­λὴς Να­ὸς τοῦ Ἁ­γί­ου. ῾Ω­ραῖ­α τὸ ψάλ­λει καὶ πά­λι ὁ ἱ­ε­ρὸς ὑ­μνω­δός· «Πόλις ἡ­γι­ά­σθη τῶν Σερ­ρῶν τῇ σῇ μα­κα­ρί­ᾳ ἀ­θλή­σει, Νι­κή­τα ἔν­δο­ξε, ἣν φύ­λατ­τε μαρ­τυ­ρι­κῇ πρε­σβε­ί­ᾳ σου».
Ἀπό τό βιβλίο «Ἄνθη τοῦ Παραδείσου»
Ἀρχιμ. Θεοδώρου Μπεράτη
 

Προβολή άρθρου...

Δεν υπάρχουν σχόλια: