Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

29-4-2016 ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Σήμερα 29/4/2016 εορτάζουν:
Μεγάλη Παρασκευή - Τα άγια πάθη του Κυρίου
Άγιοι Ιάσονας και Σωσίπατρος οι Απόστολοι
Αγία Κέρκυρα η Μάρτυρας
Άγιος Ιωάννης ο Καλοκτένης Μητροπολίτης Θηβών
Άγιοι Ευσέβιος, Ζήνων, Βιτάλιος και Νέων
Άγιοι Επτά Μάρτυρες Σατορνίνος, Ιακισχόλος, Φαυστιανός, Ιανουάριος, Μαρσάλιος, Ευφράσιος και Μάμμινος
Άγιοι Κυντιανός και Αττικός
Άγιος Χριστόδουλος ο Αιθίοψ
Άγιοι Αγάπιος και Σεκουνδίνος οι Ιερομάρτυρες και οι συν αυτοίς Τέρτουλα και Αντωνία οι Παρθένες, ανωνύμου Μάρτυρος μετά των δύο τέκνων αυτής
Άγιος Βασίλειος ο Θαυματουργός εκ Σερβίας
Οἱ Ἅγιοι Ἰάσων καὶ Σωσίπατρος οἱ Ἀπόστολοι
Εἶπεν ο Κύριος: «Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς γενέσθαι ἁλιεῖς ἀνθρώπων». (Μάρκου α´, 17). [Ἀκολουθῆστε με σὰν μαθητές μου καὶ θὰ σᾶς κάνω νὰ γίνετε ψαράδες ἀνθρώπων, ποὺ μὲ τὸ δίχτυ τοῦ θείου κηρύγματος θὰ τοὺς ἑλκύετε στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν]. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ Ἅγιοι Ἰάσων καὶ Σωσίπατρος ὁ ἐξ Ἀχαΐας, κατάφεραν μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ
γίνουν πραγματικὰ μεγάλοι ψαράδες ἀνθρώπων. Καὶ οἱ δυὸ ἦταν φίλοι ἀγαπημένοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἡ ζωντανή τους πίστη κατέστησε τοὺς δυὸ αὐτοὺς ἄνδρες ἐπισκόπους. Τὸν μὲν Ἰάσονα στὴν Ταρσό, τὸν δὲ Σωσίπατρο στὸ Ἰκόνιο. Ὅμως, τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἦταν νὰ πᾶνε καὶ οἱ δυὸ αὐτοὶ ἐπίσκοποι στὸ νησὶ τῆς Κέρκυρας, γιὰ νὰ κηρύξουν τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἱδρύσουν νέες ἐκκλησίες. Ἐκεῖ, ὁ εἰδωλολάτρης ἄρχοντας Κερκυλλίνος τοὺς συνέλαβε καὶ τοὺς φυλάκισε. Μέσα ἀπὸ τὴ φυλακή, οἱ δυὸ ἀπόστολοι ἄρχισαν μὲ τὸ δίχτυ τοῦ θείου λόγου νὰ ψαρεύουν ἀνθρώπους στὴ χριστιανικὴ πίστη. Κάνουν χριστιανοὺς ἑπτὰ φημισμένους λῄσταρχους τοῦ νησιοῦ, τὸ δεσμοφύλακα Ἀντώνιο καί, τὸ σπουδαιότερο, τὴν κόρη τοῦ Κερκυλλίνου, Κερκύρα, τῆς ὁποίας ἡ πίστη φέρνει πλῆθος νέων πιστῶν. Ὅταν ὁ Κερκυλλίνος πνίγηκε σ᾿ ἕνα ναυάγιο, τὸν διαδέχτηκε ἕνας σκληρὸς εἰδωλολάτρης, ὁ Δατιανός. Μία ἀπὸ τὶς πρῶτες του ἐνέργειες ἦταν νὰ κάψει τὸν Σωσίπατρο. Ἀλλὰ ὁ Ἰάσων κατάφερε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἐκχριστιανίσει τὸ Δοτιανὸ μὲ ὅλη του τὴν οἰκογένεια. Αὐτό, βέβαια, εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα νὰ γίνει μεγάλο πνευματικὸ ἔργο στὴν Κέρκυρα.
Οἱ Ἅγιοι Ἑπτὰ Μάρτυρες Σατορνῖνος, Ἰακίσχολος, Φαυστιανός, Ἰανουάριος,
Μαρσάλιος, Εὐφράσιος καὶ Μαμμῖνος ἢ Μάμμος
Ἦταν πρώην λῃστές, φυλακισμένοι στὴν Κέρκυρα, καὶ διὰ τοῦ Ἁγίου Ἰάσονος πίστεψαν στὸν Χριστό. Κατόπιν μαρτύρησαν μέσα σὲ βρασμένη πίσσα.
Ἡ Ἁγία Κέρκυρα
Ἦταν κόρη τοῦ Βασιλιᾶ Κερκυλλίνου καὶ πίστεψε στὸν Χριστὸ ἀπὸ τὰ μαρτύρια τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἰάσονος καὶ Σωσιπάτρου. Ὁπότε ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ καὶ πούλησε ὅλα της τὰ κοσμήματα, καὶ τὰ χρήματα τὰ ἔδωσε στοὺς φτωχούς. Ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ πατέρας της καὶ ἀφοῦ δὲν μπόρεσε νὰ μεταστρέψει τὴν γνώμη της, τὴν παρέδωσε σ᾿ ἕναν Αἰθίοπα γιὰ νὰ τὴν διαφθείρει. Ἀλλ᾿ ὁ Αἰθίοπας πίστεψε στὸν Χριστὸ δι᾿ αὐτῆς καὶ θανατώθηκε. Ἡ δὲ Κέρκυρα βασανίστηκε μὲ πολλοὺς τρόπους καὶ στὸ τέλος τὴν κρέμασαν καὶ τὴν θανάτωσαν μὲ βέλη.
Οἱ Ἅγιοι Εὐσέβιος, Ζήνων, Βιτάλιος καὶ Νέων
Οἱ ἅγιοι αὐτοὶ ἦταν ἀπ᾿ τοὺς κατοίκους τῆς Κέρκυρας, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι εἱλκύσθησαν ἀπὸ τὰ κηρύγματα τῶν ἁγίων Ἰάσονα καὶ Σωσίπατρου, καὶ ἔγιναν ἔνθερμοι συνεργάτες στὸ ἀποστολικό τους ἔργο. Ὁ ἄρχοντας Κερκυλλῖνος τοὺς κατεδίωξε καὶ ἀφοῦ τοὺς συνέλαβε, τοὺς γύμνωσε καὶ τοὺς μαστίγωσε σκληρά. Ἐπειδὴ ὅμως ἀρνήθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, τοὺς φυλάκισε καὶ κατόπιν ἀφοῦ ἄναψε μεγάλη φωτιά, τοὺς ἔριξε μέσα καὶ ἔτσι ἀξιώθηκαν τοῦ ἀθανάτου μαρτυρικοῦ στεφάνου.
Οἱ Ἅγιοι Κυντιανός καὶ Ἀττικός
Ἄγνωστοι στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου. Μνημονεύονται στὸν Συναξαριστὴ Delehaye ὡς ἑξῆς: « Ἄθλησις τῶν ἁγίων μαρτύρων Κυντιανοῦ καὶ Ἀττικοῦ» (σελ. 640,6). Ἄλλες πληροφορίες γιὰ τὴν ζωή τους δὲν ἀναφέρονται.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καλοκτένης, Μητροπολίτης Θηβῶν
Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τὰ μέσα τοῦ 12ου αἰῶνα, ἀπὸ γονεῖς πλούσιους καὶ εὐσεβεῖς, τὸν Κων/νο Καλοκτένη καὶ τὴν Μαρία, ποὺ τὸν ἀνέθρεψαν ἐν πάσῃ παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου. Ἀπὸ μικρὸς ἔδειξε κλήση στὰ θεῖα καὶ ὑπῆρξε ἄριστος μαθητής. Ὅταν μεγάλωσε ἔγινε μοναχὸς καὶ μόναζε σὲ κάποια Μονὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ἐξέλεξαν, γιὰ τὶς μεγάλες του ἱκανότητες καὶ ἀρετές, Μητροπολίτη Θηβῶν. Σὰν Μητροπολίτης διοίκησε ἄψογα τὸ ποίμνιό του. Ἔκτισε Ἐκκλησίες καὶ ἀνακατασκεύασε τὶς παλαιότερες ποὺ ἦταν κατεστραμμένες ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, ἀνέπτυξε ἀρδευτικὰ ἔργα γιὰ τὶς καλλιέργειες τοῦ τόπου, ἀνέπτυξε τὸ ἐμπόριο καὶ ἔδωσε δουλειὰ σὲ πολλοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς του καὶ γενικὰ ἀναβάθμισε πολὺ τὴν Μητρόπολή του. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ τὸν κάνει ἀκόμα ἀνώτερο ἦταν ἡ μεγάλη ἐλεημοσύνη ποὺ καλλιεργοῦσε πρὸς τοὺς φτωχοὺς καὶ τὰ ὀρφανά. Ἔτσι εὐεργετώντας ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Ὁ ἅγιος Βασίλειος τοῦ Ὄστρογκ, Μητροπολίτης Ζαχουμίου τῆς Σερβίας
Στὴν ἡσυχία τῆς ὑπαίθρου τῆς πολύπαθης σερβικῆς γῆς γεννήθηκε ὁ ἅγιος Βασίλειος τὸ ἔτος 1610. Χωριό του ὑπῆρξε τὸ Μέρκονιτς τῆς Ἐρζεγοβίνης. Τὸ βαπτιστικὸ ὄνομά του ἦταν Στόγιαν (Σταμάτης). Οἱ πτωχοί, ἀλλὰ πλούσιοι σὲ εὐσέβεια γονεῖς του, ὁ Πέτρος καὶ ἡ Ἀναστασία Γιοβάνοβιτς, φρόντισαν νὰ τὸν μορφώσουν μὲ τὰ νάματα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ ζωῆς. Προτεραιότητα στὸ σπίτι εἶχε πάντα ὁ Θεὸς καὶ τὸ θεῖο θέλημά του. Ὁ Στόγιαν ὑπῆρξε ἀπὸ μικρὸς ταλαντοῦχο παιδί, μὲ πολύστροφο νοῦ καὶ ψυχὴ ποὺ δεχόταν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ μὲ πολλὴ ἐμπιστοσύνη. Ἀγαποῦσε τὴ νηστεία, τὴν προσευχὴ καὶ τὶς συχνὲς ἱερὲς Ἀκολουθίες. Στὸ λιμάνι τοῦ ναοῦ τοῦ χωριοῦ του ἔβρισκε ἡ ἀθώα ψυχή του βαθιὰ ἀνάπαυση καὶ γαλήνη. Κάθε φορὰ ποὺ ἔμπαινε στὴν ἐκκλησία, ἔκαμνε μιὰ ἐδαφιαία μετάνοια καί, ἀφοῦ ἀσπαζόταν τὸ δάπεδο, ἔμενε ὄρθιος στὴ θέση του. Καὶ τελείως ἀπερίσπαστος παρακολουθοῦσε τὰ τελούμενα.
Στὶς συναναστροφές του μὲ τοὺς ἄλλους τὸν διέκρινε ἡ πηγαία εἰλικρίνεια, ἡ βαθιὰ ταπεινοφροσύνη καὶ ἡ πλούσια ἀγάπη. Δὲν ἦταν λίγες οἱ φορὲς ποὺ στὶς βάρδιες του, ὅταν ἔβοσκε τὰ πρόβατα, μοιράζονταν μὲ τοὺς ἄλλους ποιμένες τὸ λιγοστὸ ψωμί του. Σκηνὲς τῆς ὑπαίθρου γεμάτες ἀθωότητα.
Δὲν ἄργησαν ὅμως νὰ ἔρθουν οἱ πρῶτοι πειρασμοί. Γείτονες τῆς πατρικῆς οἰκίας τοῦ Στόγιαν ποὺ εἶχαν ἀλλαξοπιστήσει καὶ εἶχαν γίνει μουσουλμάνοι καιροφυλακτοῦσαν νὰ ἁρπάξουν τὸ χαριτωμένο παιδὶ καὶ νὰ τὸ μυήσουν στὸν Μωαμεθανισμό. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς τοῦ Στόγιαν διαισθάνθηκαν ἔγκαιρα τὶς πονηρὲς αὐτὲς διαθέσεις. Καὶ γιὰ νὰ διαφυλάξουν τὸ παιδί τους ἀνέπαφο ἀπὸ τὴ μουσουλμανικὴ ἐπιρροή, τὸ ἔστειλαν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ζαβαλᾶ ὅπου ἡγουμένευε ὁ θεῖος του, ὁ π.  Σεραφείμ.
Στὸ ἱερὸ περιβάλλον τῆς Μονῆς ὁ νεαρὸς Στόγιαν βρῆκε καταφύγιο ἀσφαλείας. Ἀνέπνεε ἐλεύθερα τὸ ὀξυγόνο τῆς γνήσιας πνευματικῆς ζωῆς ποὺ προσφέρει κάθε εὐλογημένο Ὀρθόδοξο Μοναστήρι. Ἐδῶ ἀνέπτυξε καὶ τὰ πλούσια χαρίσματά του, κυρίως τὸ χάρισμα τῆς φιλομάθειας. Φλεγόμενος ἀπὸ δίψα γιὰ ἅγια γνώση, μελετοῦσε ἀχόρταγα τὰ κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων ποὺ βρῆκε θησαυρισμένα στὴν πλούσια βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς. Πόσο τὸν ἀνέπαυε αὐτὴ ἡ ἀνακάλυψη! Ἀλλὰ καὶ πόσο τὸν οἰκοδομοῦσε πνευματικὰ αὐτὴ ἡ μελέτη! Τότε ἦταν ποὺ συναισθάνθηκε γιὰ πρώτη φορὰ μέσα του ἕλξη γιὰ τὴ ζωὴ τῆς ἀφιερώσεως στὸν Θεό.
Ὁ ἱερὸς αὐτὸς πόθος τοῦ μοναχικοῦ βίου ἐξεπληρώθη μετὰ ἀπὸ ὀλίγο διάστημα στὴν Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως Θεοτόκου (Τβέρντος), ὅπου ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Βασίλειος εἰς τιμὴν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Τὸ ὄνομα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἱεράρχου τῆς Καισαρείας Βασιλείου θὰ συγκινεῖ στὸ ἑξῆς τὸ νέο μοναχό. Καὶ θὰ τὸν θέσει στὴ ζωή του δυνατὸ πρότυπο στὴν ἄσκηση, τὴν ἱεραποστολὴ καὶ τὴ φιλανθρωπία. Οἱ πνευματικοὶ καρποὶ τοῦ Βασιλείου δὲν ἄργησαν νὰ φανερωθοῦν. Γι' αὐτὸ οἱ προεστῶτες τῆς Μονῆς τὸν προήγαγαν σύντομα στὸν πρῶτο καὶ μετὰ καὶ στὸ δεύτερο βαθμὸ τῆς Ἱερωσύνης.
Τὰ πρῶτα ἱερατικά του καθήκοντα ὁ π. Βασίλειος θὰ τὰ ἀσκήσει δίπλα στὸ Μητροπολίτη Μαρδάριο στὸ Τσέτινιε. Τὴν περίοδο αὐτὴ ὁ σερβικὸς λαὸς στέναζε κάτω ἀπὸ τὸ πέλμα τῶν Ἀγαρηνῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ «τοὺς λοιμώδεις λύκους» τῶν δολίων Ἰησουιτῶν. Στὴ δύσκολη αὐτὴ ὥρα ὁ νεότατος ἱερομόναχος Βασίλειος ὕψωσε τὴ φωνή του. Μίλησε μὲ παρρησία στὸ Μητροπολίτη Μαρδάριο γιὰ τὴν προπαγάνδα τῶν οὐνιτῶν, ποὺ ἤθελαν νὰ ὁδηγήσουν στὴν παπικὴ παναίρεση τὸ Ὀρθόδοξο ποίμνιο. Καὶ τὸν παρότρυνε νὰ στραφεῖ δυναμικὰ στὴν ἐκδίωξή τους. Ὁ Μαρδάριος ὅμως ὄχι μόνο περιφρόνησε τὸν Βασίλειο, ἀλλὰ καὶ τὸν συκοφάντησε στὸ λαὸ γιὰ τὶς ἐνέργειές του ὡς ἐπικίνδυνο διασπαστὴ τῆς ἑνότητος.
Καὶ τελικὰ τὸν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴ Μητρόπολή του. Ἔτσι, ὁ φλογερὸς ὑπερασπιστὴς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀναγκάστηκε νὰ ἐπιστρέψει στὴ Μονὴ τῆς μετανοίας του στὸ Τβέρντος. Ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν ἡσύχασε. Ἀπὸ ἐδῶ θὰ δώσει νέες μάχες γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ τὴ διασφάλιση τοῦ Σερβικοῦ λαοῦ ἀπὸ κάθε εἶδος προδοσίας.
Καὶ ἐνῶ ὁ Βασίλειος μάχεται, ὁ ἐχθρὸς διάβολος τὸν ἀντιμάχεται μὲ νέα ραδιουργία. Οἱ πονηροὶ Ἰησουίτες καὶ οὐνίτες, πλαστογραφώντας τὴν ὑπογραφή του, διέδιδαν εἴδηση ὅτι ὁ Βασίλειος ἔγραψε καὶ ἀπέστειλε δύο ἐπιστολές, μία στὸν Πάπα Ἀλέξανδρο Ζ΄ καὶ ἄλλη στὸν Πάπα Κλήμεντα τὸν Ι΄, μὲ τὶς ὁποῖες τοὺς ζητοῦσε βοήθεια καὶ χρήματα γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ βασανισμένου σερβικοῦ λαοῦ. Μὲ τὶς ψεύτικες αὐτὲς εἰδήσεις ἐπεδίωκαν νὰ κλονίσουν τὸ κύρος τοῦ ὁσίου Βασιλείου στὸ σερβικὸ λαό. Ὁ ἴδιος ὅμως δὲν κάμφθηκε. Ὕψωνε τὰ ἀνεξίκακα χέρια του στὸ Θεὸ καὶ προσευχόταν στὸ κελλί του μὲ δάκρυα γιὰ τὸν φωτισμὸ τῶν ἐχθρῶν του καὶ τὴ διαφύλαξη τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν τόπο του.
Δὲν πολεμοῦσε ὅμως μόνο μὲ τὸ πανίσχυρο ὅπλο τῆς προσευχῆς. Βλέποντας τὰ πικρὰ βάσανα τοῦ λαοῦ του ποὺ ὅλο καὶ αὐξάνονταν, τόσο ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν Τούρκων ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν οὐνίτικη προπαγάνδα, ἄφησε τὴν ἡσυχία τοῦ κελλίου του. Ἐξῆλθε ἀπὸ τὸ ἱερὸ κρησφύγετό του καὶ μετάρσιος, ὅλος θεία φλόγα – ὅπως ἔπραξε καὶ σὲ μᾶς ἀργότερα ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός – ἄρχισε τὶς ἱεραποστολικές του περιοδεῖες στὰ χωριά.
Τελοῦσε μὲ κατάνυξη τὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες στὶς ἐκκλησίες καὶ ὕψωνε τὶς καρδιὲς τοῦ βασανισμένου λαοῦ στὸν Θεὸ τῆς ἐλπίδος καὶ τοῦ ἐλέους. Ἐξομολογοῦσε ἀτελείωτες ὧρες καὶ θεράπευε τὶς πληγὲς καὶ τὰ τραύματα τοῦ ἐγκαταλειμμένου λογικοῦ ποιμνίου. Μὲ τὰ φλογερά του κηρύγματα παρηγοροῦσε καὶ στήριζε νύχτα καὶ μέρα τὸν λαό. Καλοῦσε ὅλους σὲ μετάνοια καὶ τοὺς ἔπειθε μὲ τὴν ἀγάπη του νὰ μὴν ὑποκύψει κανεὶς στὰ δελεάσματα τῶν ἀπίστων καὶ τῶν αἱρετικῶν· καὶ νὰ μένουν «ἑδραῖοι καὶ ἀμετακίνητοι» στὴν πίστη τῶν Πατέρων τους. Καὶ ὁ λαὸς ἀνταποκρινόταν στὶς ἐκκλήσεις τοῦ Ἁγίου. Παρέμενε ἀσάλευτος στὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἑνωμένος δοξολογοῦσε τὸν Θεό, γιατὶ τοῦ χάρισε τέτοιο στοργικὸ πατέρα ποὺ ἀκόμα καὶ οἱ Τοῦρκοι τὸν θαύμαζαν καὶ τὸν ἀποκαλοῦσαν «ἱκέτη τοῦ Παραδείσου».
Ὁ πονηρὸς ἐχθρὸς τῆς Ἐκκλησίας διάβολος φθόνησε τοὺς ἀγῶνες τοῦ ὁσίου Βασιλείου γιὰ τὴ διάσωση τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ξεκίνησε πόλεμο ἐξοντώσεώς του.
Αὐτὴ τὴ φορὰ χρησιμοποίησε κάποιους Σέρβους, ποὺ δυστυχῶς εἶχαν ἀλλαξοπιστήσει καὶ εἶχαν γίνει φανατικοὶ μουσουλμάνοι. Ὁ Ὅσιος προτίμησε τὴ φυγὴ στὴ Ρωσία.
Οἱ φιλόθεοι Ρῶσοι, ὅταν πληροφορήθηκαν τὶς περιπέ­τειες τοῦ Ὁσίου, συγκινήθηκαν. Τὸν δέχτηκαν μὲ ἀγάπη.Κι ὅταν ἀναχώρησε, τὸν ἐφοδίασαν μὲ ἱερὰ σκεύη, ἄμφια καὶ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν Ναῶν.
Ἐπιστρέφοντας στὴ Σερβία ὁ Ὅσιος συνέχισε τὴν ἱερή του διακονία. Ἐπισκεύασε τοὺς κατεστραμμένους Ναοὺς καὶ ἔκτισε δημοτικὰ σχολεῖα γιὰ κάθε ἐνοριακὸ Ναὸ καὶ γιὰ τὴ Μονὴ Τβέρντος, γιὰ νὰ φωτίζονται μὲ τὰ γράμματα τὰ σκλαβωμένα Σερβόπουλα.
Γιατὶ πίστευε ὅτι ἡ ἀμάθεια ἀγριεύει τὸν τόπο καὶ ἐξαφανίζει τὸν πολιτισμό.
Ὅμως καὶ πάλι δέχθηκε νέο κύμα ἀντιδράσεως, γι' αὐτὸ κατέφυγε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἕνα χρόνο θὰ παραμείνει ἐδῶ. Μέ­νει ἔκθαμβος ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ μεγαλοπρέπεια. Περισ­σότερο ὅμως τὸν ἐνθουσιάζει ὁ πνευματικὸς πλοῦτος τῆς μοναστικῆς καὶ ἡσυχαστικῆς παραδόσεως. Αὐτὴν σπουδά­ζει καὶ ἀπορροφᾶ ἀπὸ τὶς συναντήσεις ἁγίων μοναχῶν καὶ ἀσκητῶν.
Συγκινημένος ἀπὸ τὴν ἱερὴ αὐτὴ ἀνακάλυψη ἐπιστρέ­φει ἀπὸ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας περνώντας ἀπὸ τὸ Κοσ­συφοπέδιο. Ἐδῶ ὁ πατριάρχης Σερβίας Παΐσιος, ἐκτιμώ­ντας τὴ θεοσεβὴ πολιτεία του, τὸν χειροτονεῖ τὸ 1638 ἐπίσκοπο τῆς ἐπαρχίας Τρεβινίας Μαυροβουνίου. Ὡς ἀρχιερέας θέτει στόχο νὰ θυσιαστεῖ γιὰ τὸν λαό του. Συνεχίζει μὲ περισ­σό­τερο ζῆλο τὶς περιοδεῖες του μὲ θεῖο κήρυγμα.
Ἡ προσευχή του ἔχει τόσο δυνατὴ πίστη, ὥστε σὲ πολλὲς περιπτώσεις νὰ θαυματουργεῖ. Ὁ λαὸς τὸν ἀκολουθεῖ μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ παρηγορεῖται ἀφάνταστα. Σύντομα ὅμως οἱ ποιμαντικὲς εὐθύνες τοῦ Βασιλείου θὰ ἐπεκταθοῦν.
Τὸ Πατριαρχεῖο τὸν καθιστᾶ Μητροπολίτη ὅλης τῆς περιοχῆς Ἐρζεγοβίνης καὶ Μαυροβουνίου λόγῳ χηρείας τῶν γειτονικῶν θρόνων. Τὸ 1651 οἱ περιπέτειες τοῦ ποι­μνίου του κορυφώνονται.
Ὁ φανατισμὸς τῶν Τούρκων βρίσκεται σὲ ἔξαρση ποὺ ἐκδηλώνεται μὲ ἀνήκουστες βιαιοπραγίες, λεηλασίες καὶ καταστροφὲς Ναῶν, Μονῶν, σπιτιῶν καὶ μὲ σφαγιασμὸ τῶν προκρίτων τῆς Ἐρζεγοβίνης. Ὁ κόσμος τρομοκρατεῖται. Ἡ ὕπαιθρος ἐρημώνεται.
Λιμάνι σωτηρίας καὶ καταφύγιο ἐλπίδας γιὰ τὸν ὅσιο Βασίλειο τώρα γίνεται ἡ Μονὴ τοῦ Ὄστρογκ. Ἐγκαταβιώνει στὴ σπηλιὰ τοῦ κοιμηθέντος ἡγουμένου της ὁσίου Ἡσαΐα. Ἀπὸ τὸ ὁρμητήριο αὐτὸ ὁ Βασίλειος ὡς ἐπίσκοπος καθο­δη­γεῖ τὸ ποίμνιό του γιὰ 15 ἀκόμη χρόνια. Παράλληλα ὀργα­νώνει καὶ τὸ παρηκμασμένο Μοναστήρι. Γύρω του συσπει­ρώνει ὁμάδα ἐναρέτων μοναχῶν.
Ὁ ἴδιος γίνεται πρότυπο διακονίας καὶ θυσίας ὄχι μόνο μὲ τὸν σωματικό του κόπο γιὰ τὴν ἀνακαίνιση τῶν κελλιῶν καὶ τῶν Ναῶν τῆς Μονῆς, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν πνευματικό του κόπο γιὰ τὴν κατὰ Θεὸν μόρφωση τῆς συνοδείας του.
Ταυτόχρονα φροντίζει καὶ τὸ χειμαζόμενο ποίμνιό του. Ἐξέρχεται συχνὰ ἀπὸ τὸν ἥσυχο τόπο του καὶ ἐπισκέπτεται τὰ σπίτια, ἐλεεῖ καὶ παρηγορεῖ τὸν βασανισμένο λαό. Ἀλλὰ καὶ ὁ λαός, ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά, τὸν ἐπισκέπτονται – παρὰ τὶς ἀπειλὲς τῶν Τούρκων – στὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του.
Μένουν κάποιες μέρες ἐκεῖ κοντά του καὶ νιώθουν τόσο ἀσφαλισμένοι κάτω ἀπὸ τὴν οὐράνια χάρη καὶ εἰρήνη ποὺ ἐκχύνει ἡ μορφὴ καὶ ὁ λόγος του. Μὲ τὰ ἀποθέματα μάλιστα τῆς πλούσιας ἀγάπης καὶ ὑπομονῆς του ὁ Βασίλειος μπό­ρεσε καὶ σκληροὺς ἀνθρώπους νὰ ὁδηγήσει στὴ μετά­νοια, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τὸν ἡγεμόνα τῶν Σέρβων Ραίτς, ποὺ ταλαιπωροῦσε μὲ ἀφάνταστες ἀδικοπραγίες τὴ Μονή.
Ἔφθασε ὅμως γιὰ τὸν Ὅσιο κάποτε καὶ τὸ τέλος του, ποὺ ἦταν μακάριο.
Στὶς 29 Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1671 παρέδωσε εἰρηνικὸς τὴν ψυχή του στὸν Κύριο, κατάφορτη ἀπὸ πνευματικοὺς καρπούς. Τὴν ὥρα ἐκείνη τὸ κελλί του πλημμύρισε ἀπὸ ὑπερ­φυσικὸ οὐράνιο φῶς. Καὶ ἀργότερα, ἀπὸ τὸν ἄγονο βράχο ἔξω ἀπὸ τὸ σπήλαιό του φύτρωσε κατὰ παράδοξο τρόπο κλῆμα, τὸ μοναδικὸ ποὺ ὑπάρχει ἐκεῖ καὶ ποὺ μέχρι σήμερα ἀποδίδει πλούσιο καρπό.
Τὸ ἱερὸ σκήνωμα τοῦ Ὁσίου παραμένει μέχρι τὶς ἡμέρες μας ἄφθορο. Πολλὲς φορὲς οἱ Τοῦρκοι θέλησαν νὰ τὸ βεβηλώσουν.
Ὁ Θεὸς ὅμως θαυματουργικὰ ἔσωζε τὸν θησαυρό του. Καὶ ὅταν τὸ 1942 ἡ Μονὴ δεχόταν τοὺς βομβαρδισμοὺς τῶν Γερμανῶν, καὶ πάλι ὁ Ὅσιος μὲ τὶς πρεσβεῖες του ἔσωζε τὸν ἁγιασμένο τόπο του. Μιὰ μάλιστα ὀβίδα ποὺ ἔπεσε στὴν εἴσοδο τοῦ σπηλαίου – ὅπου εἶχαν κρύψει γιὰ ἀσφάλεια τὸ σκήνωμά του – θαυματουργικὰ δὲν ἐξερράγη. Καὶ μέχρι σήμερα τὴ δείχνουν ἐκεῖ ὡς δεῖγμα τῆς θείας ἐπεμβάσεως. Ἀλλὰ καὶ τὸν Ἰούνιο τοῦ 1992 ἡ μανία τῶν μουσουλμάνων καὶ τῶν παπικῶν δὲν μπόρεσε νὰ πλήξει τὴ Μονή.
Καὶ τὸ 1996 ἔγινε εἰδικὴ λιτάνευση τοῦ σκηνώματος τοῦ Ἁγίου γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῶν πιστῶν Βοσνίων Σέρβων, ποὺ τοὺς ἀπειλοῦσε ἡ λαίλαπα τοῦ ξεριζωμοῦ ἀπὸ τοὺς φανα­τικοὺς μουσουλμάνους.
Ἂς ἔχουν περάσει πάνω ἀπὸ 300 χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ ὅσιος Βασίλειος ὁ Σέρβος ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὴν ἐρημικὴ σπηλιὰ τοῦ Ὄστρογκ. Τὸ ὄνομά του δὲν ἐξα­λείφθηκε ἀπὸ τὴ συνείδηση τοῦ Ὀρθοδόξου σερβικοῦ λαοῦ. Γιατὶ ὑπῆρξε φύλακας καὶ προστάτης τῶν ἱερῶν καὶ ὁσίων τῆς φυλῆς του καὶ μέγας εὐεργέτης τοῦ πονεμένου λαοῦ του. Πάμπολλα εἶναι τὰ θαύματά του καὶ σήμερα. Ἀσθενεῖς θεραπεύονται ἀπὸ ἀνίατες ἀσθένειες. Δαιμονι­σμέ­­νοι ἐλευ­θερώνονται ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τῶν πονηρῶν πνευ­μάτων. Καὶ κάθε δυσκολεμένος ἄνθρωπος βρίσκει ἀνα­­κούφιση καὶ ἄ­με­ση λύση στὰ προβλήματά του. Χιλιάδες εἶναι οἱ προ­σκυ­νητές – ἀκόμα καὶ ἀλλόθρησκοι – ἀπὸ κάθε γωνιὰ τῆς σερ­βικῆς γῆς ποὺ ὁλοχρονὶς καὶ ἰδιαίτερα στὴ μνήμη του σκαρφαλώνουν στὸ Μοναστήρι του γιὰ νὰ ἀπο­θέσουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους.
Τόσο βαθιὰ εἶναι ἡ ἐπίδραση τῆς παρουσίας του σὲ ὅ­λους, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ μουσουλμάνοι τὸν εὐλαβοῦνται καὶ τὸν ὀνομάζουν «ὁ ἅγιος τοῦ λαοῦ».
Ἀλλὰ καὶ ὁ ἄθεος Μίλοβαν Τζίλας ἀναγνώριζε τὴ δύ­να­μη τῆς ἐπιρροῆς τοῦ Ἁγίου άνάμεσα στὸν Ὀρθόδοξο σερ­βι­κὸ λαό. Ὅ,τι εἶναι γιὰ τὴν Ἑλλάδα ὁ λαοφίλητος ἅγιος Νε­κτά­ριος καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος, εἶναι γιὰ τὴ Σερβία ὁ ἅγιος Βα­σίλειος τοῦ Ὄστρογκ.
Ἂς ἔχουμε τὶς ἅγιες πρεσβεῖες του.
Προβολή άρθρου...

Δεν υπάρχουν σχόλια: