Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

26-1-2017 Τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου

 
 
«δελφοί μου γαπητοί, μή μο πιλάθεσθε ταν μνετε τόν Κύριον, λλά μνήσθητέ μου το πόθου καί τς γάπης καί κετεύσατε τόν Θεόν, να μέ ναπαύσ μετά τν δικαίων Κύριος».
ταν θά διαβάζονται ο γραμμές ατές γώ δέν θά ερίσκομαι πλέον ες ατήν τήν ζωήν. λπίς μου εναι τι θά ερίσκομαι ες τό λεος το Κυρίου.

Δέν
χω τίποτε λλο βέβαιον παρά μόνον τήν λπίδα ες τόν Κύριον. Δέν μο πομένει τίποτε λλο παρά μόνον ατησις Κύριος νά δείξει πιείκεια ες τήν κρίσιν Του καί νά μέ συγχωρέσει.

γάπησα τόν Σωτήρα μου μέ σην δύναμιν εχε ψυχή μου. κενος πού τάζει καρδίας καί νεφρούς τό γνωρίζει. Πολλές φορές Σατανς μέ σπρωξε νά κάμω πράξεις καί σχέδια καί νά λάβω ποφάσεις πού φοβομαι τι πίκραναν τόν Κύριόν μου, τόν πολυεύσπλαγχον, ποος πολλά τάλαντα μο νεπιστεύθη.

Τάχα
μιμήθην τόν τά πέντε τάλαντα λαβόντα; Τάχα ργάσθην διά τήν δόξαν Του μήπως πεδίωξα τήν δικήν μου δόξα καί προβολή;

Α
τό δέν μπόρεσα νά ξεχωρίσω καί φεύγω πό τόν κόσμον φοβούμενος τι δέν κατόρθωσα νά διακρίνω πάντοτε τήν διαφοράν.
ργάσθηκα πάνω ες τό καθκον μου μέ σην δύναμιν εχα καί μέ τήν βοήθεια το Θεο πολλά κατόρθωσα. μως σες φορές σημείωνα πιτυχίες, σθανόμην μεγάλην ψυχικήν κανοποίησιν.

Τάχα ο
κόποι μου νά εχον ατόν τόν σκοπόν; Καί νά πραγματοποιήθη λοιπόν κενο πο επε Κύριός μου, δι΄ σους κανοποιονται γιά μίαν καλήν πράξιν των, τι ς κ τούτου πέχουσι το μισθο ατν;

Τό μόνον πού μέ παρηγορε
καί μέ φωτίζει εναι τι τό λεος καί γάπη το Θεο εναι πείρως μεγαλυτέρα πάσης μαρτίας, καί προσευχή εναι δός τς σωτηρίας καί τς ληθος χαρς.

Γι΄ α
τό καί σς κετεύω μέ σην δύναμιν χει πλέον φωνή μου, δελφοί μου καί τέκνα μου, μή μέ λησμοντε ες τάς προσευχάς σας. Κάμετε καί δι΄ μένα να Σταυρόν πό τήν καρδιά σας. νάψατε να κεράκι γιά τήν ψυχή μου.

Ε
ς τόν βίον μου, φεύκτως πολλούς δελφούς μου πίκρανα, ετε δικαίως ετε δίκως – ποίαν σημασίαν χει διάκρισις ατή; Διοίκησις καθίσταται ες κενον πού βαρύνεται μέ τήν εθύνην σκήσεώς της, πολλάκις ς δγμα φοβερόν. Τέκνα μου, σφραγίδα τς Διοικήσεως χει γκάθια πολλά.

Γονατίζω
μπρός ες σους δίκησα – κουσίως κουσίως – καί τούς κετεύω νά μέ συγχωρήσουν πό τά βάθη τς καρδίας των, διά νά ερ λεος καί νάπαυσιν ψυχή μου νώπιον το Δικαίου Κριτο.

πό τά βάθη τς ψυχς μου συγχωρ λους σους τυχόν μέ δίκησαν. Ατή εναι ζωή τν νθρώπων – πόθοι, νειρα καί πιδιώξεις, προσπάθειαι καί τόσαι λλαι φροντίδες διά τήν πίγειον ζωήν, πού δέν μς φήνουν νά κατανοήσωμεν ες βάθος, τι εμεθα περαστικοί διαβάτες ες τόν κόσμον τόν πίγειον.

Καθώς ε
πεν γιος Γρηγόριος Θεολόγος, «ναρ σμν οχ στάμενον, φύσημά τι μή κρατούμενον, πτσις ρνέου παρερχομένου, νας πί θαλάττης χνος οκ χουσα».

Πρίν κλείσω τά μάτια μου,
σον χω κόμη πλήρεις τάς ασθήσεις μου, ες λους φήνω τήν εχή μου πό τά βάθη τς καρδις μου.

Καί ε
ς κείνους πού ς Μητροπολίτης Δημητριάδος ποίμανα καί δίδαξα πί 24 λόκληρα χρόνια, καί ες τό γαπητό μου ποίμνιο τν θηνν πού πί 10 τη ποίμανα, καί πρός λους τος λληνας, ντός καί κτός τν συνόρων της λλάδος.
δικός σας πατέρας μουν τέκνα μου γαπητά, καί μέ καθοδηγοσεν πίστις τι χω τήν εθύνην σας. Πρός σς, λοιπόν, πευθύνω τάς τελευταίας μου εχάς.

Τό γνωρίζετε
τι σς δωσα λην μου τήν γάπην. δίψησεν ψυχή μου τήν σωτηρίαν σας. βαθυτάτη πίστις μου τι προσεύχομαι ες Κύριον γιά σς, πρξεν μόνη πηγή πό τήν ποία ντλοσα τάς δυνάμεις μου.
θελα μέ σην δύναμιν εχε πτωχή μου ψυχή, νά γλυκάνω τούς πόνους σας, νά τονώσω τό φρόνημά σας, νά σς πείσω, τι μόνον ν βάλετε ρυθμιστήν τν παλμν τς καρδις σας τό γιον το Θεο θέλημα, μόνον τότε δέν θά σβήσ πό τά χείλη σας τό χαμόγελο τς πραγματικς χαρς, σης εναι δυνατόν νά ερεθ ες ατόν τόν κόσμον.

Μήν ζητήσετε
λλο τήν ετυχίαν σας, διότι δικα θά κοπιάσετε, καί δέν θά τήν συναντήσετε. Μή λησμοντε ποτέ τά λόγια το Κυρίου: «Ζηττε πρτον τήν βασιλείαν το Θεο καί τήν δικαιοσύνην ατο καί τατα πάντα προστεθήσονται μν».

Φωτίζετε πάντοτε τίς σκέψεις σας καί τόν δρόμον τ
ς ζως σας μέ τόν γιον θέλημα το Θεο. Ατό θά θερμάνη καί τίς καρδιές σας γιά νά εναι πάντοτε γεμάτες μέ τήν γάπη πρός τόν Θεόν καί τούς δελφούς σας συνανθρώπους, λλά θά σς δίνη καί τήν γλυκυτάτην δύναμιν νά ασθάνεσθε τούς πόνους τν λλων σάν δικούς σας πόνους καί τήν χαράν των σάν δικήν σας χαράν.

Μέ α
τόν τόν τρόπον θά ερεθτε μέσα ες τό σχέδιον τς σωτηρίας. Τότε τά νόματά σας θά γραφον ες τά αώνια βιβλία τν ορανν. τσι μόνον καί ση χαρά, ληθινή χαρά, θά μπορ νά πάρχη ες τόν κόσμον ατόν, θά πλημμυρίζη τίς καρδιές σας.
διος Κύριος μς τό βεβαίωσεν, ταν ο 70 μαθηταί Του πέστρεψαν μετ χαρς μεγάλης λέγοντες: «Κύριε καί τά δαιμόνια ποτάσσονται μν ν τ νόματί σου».

Καί
κενος τούς πληροφόρησεν μέ τά παρήγορα ατά λόγια του. «ν τούτ μή χαίρετε, τι τά δαιμόνια ποτάσσονται μν, χαίρετε δέ, τι τά νόματα μν γράφη ν τος Ορανος».

Πο
ος λοιπόν μπορε νά μφιβάλλη περί τούτου; Καί κάτι κόμη περισσότερον. Ες λους δωκε τήν ξουσίαν το πατεν πάνω φεων καί σκορπίων καί πί πσαν τήν δύναμιν το χθρο, χωρίς κανείς πό ατούς νά μπορέση νά φράξη τόν δρόμον των.

Σε
ς ξέρετε πόσους νθρώπους Σατανς ερίσκει καί χρησιμοποιε ς ργανά του διά νά φράξουν τόν δρόμο τς Σωτηρίας κείνων πού θέλουν νά σωθον. Διαστρέφει τίς σκέψεις των, πορώνει τίς καρδίες των καί τυφλώνει τό φς των, στε νά μή βλέπουν τό καλόν καί νά μεταχειρίζωνται καί τά δικα καί τά πιό σκληρά πάνθρωπα μέσα γιά νά σταθον μπόδιον ες τόν δρόμο τς Σωτηρίας.

Α
τοί λοι, σον καί άν μοιάζουν μέ φίδια καί σκορπιούς, συντρίβονται μέ τήν βοήθεια το Θεο. Θεός νά μήν ξιώση κανένα πό Σς, τέκνα μου γαπητά, νά κανταντήση ες ατό τό σημεον.

Ε
ς λους σας εχομαι νά σς σκεπάζη πάντοτε Θείας Χάρις.
γαπητά μου τέκνα καί δελφοί μου, μήν πομακρυνθτε πό τόν δρόμον το Θεο. γαπήσατε τόν Θεόν καί «μηδέν προτιμήσατε τς γάπης Ατο». Πλημμυρίσατε τίς καρδιές σας πό Χριστόν καί λλάδα.

Τέκνα μου
γαπητά καί δελφοί μου, μή βλέπετε ποτέ τήν λλάδα μέ διαφορίαν μέ στεναχωρίαν. Κύριος εναι Πατέρας μας, καί μς δωσε τήν λλάδα ς τόν οκον μας. λοι ο νθρωποι εμαστε παιδιά Του, καί οδείς εναι πέρτερος το λλου νεκα τς πατρίδος ατο.
ς μάθουμε νά βλέπουμε ς δωρεά το Κυρίου καστος τήν πατρίδα, τήν παράδοσιν καί τήν γλσσαν του. Εδικς μες ο λληνες λάβαμε τήν κληρονομίαν νά εμεθα φορες καί διδάσκαλοι πολιτισμο μεγάλου, τιμωμένου πό λον τόν κόσμον.
ς ζμεν λοιπόν κατά τρόπον πού δοξάζει τά ερά μας, τιμ τούς προγόνους, διατηρε τήν γλσσαν ς κφρασιν πνεύματος καί χι πλς ς μέσου συννενοήσεως.
ς χουμε στήν καρδιά μας εγνωμοσύνην πρός σους προσέφεραν στήν πατρίδα μας. Κυρίως μες, ο κολουθοντες τόν Κύριον, ς χωμεν πάντοτε κατά νον τι χριστιανός δέν γιάζεται πό τό περιβάλλον του λλά τό γιάζει.

Τέκνα μου, μήν κάμετε ποτέ κακόν ε
ς τούς συνανθρώπους σας. Σκορπίσατε παντο ργα γάπης. ποιος χει νάγκη πό σς καί μπορετε νά γλυκάνετε τόν πόνο του, μήν τό ρνηθτε.

Μήν
ξετάζετε ν εναι συγγενής ξένος, γνωστός γνωστος, μοεθνής λλοεθνής, μόδοξος τερόδοξος, μόθρησκος λλόθρησκος, φίλος χθρός. ποιος χει νάγκη πό τήν γάπην σας εναι πλησίον σας.

Μήν παραλείπετε τά θρησκευτικά σας καθήκοντα.
σες φορές ερεθτε μολυσμένοι μέ τήν μαρτίαν, ποιανδήποτε μαρτίαν μικρν μεγάλην, μέσως νά σπεύσετε νά ξαγνισθτε μέ τό μέγα μυστήριον τς Θείας καί ερς ξομολογήσεως καί νά νωθτε μέ τόν Θεόν διά τς μεταλήψεως τν χράντων Μυστηρίων.

Κρατ
στε πάντοτε τοίμην τήν ψυχήν σας, στε ποιανδήποτε στιγμήν Κύριός μας σς καλέσει νά εσαστε ξιοι τς ορανίου Βασιλείας.
διαιτέρως πευθύνομαι ατήν τήν στιγμήν πρός σς, τούς προσφιλες μου συνεργάτας, πό τόν πρτο ως τόν τελευταο, πό τόν παλαιότερο ως τόν νεότερο, πό τόν μεγαλύτερο ως τόν μικρότερο.

Τέκνα μου
γαπημένα, κληρικοί καί λαϊκοί, δέν θά εμαι πλέον κοντά σας. Θά μένη μως γιά πάντα μαζί σας γάπη μου καί εχή μου. Μήν γκαταλείψετε τό γιον ργον τς διαφωτίσεως το λαο, διαιτέρως σες δελφοί μου ρχιερες, ερες καί Διάκονοι στήν θήνα, στό Βόλο λλά καί σέ λόκληρη τήν λλάδα.
ταν θά πηγαίνετε στίς κκλησίες μας καί θά κηρύττετε τόν λόγον το Θεο, θά δροσίζεται καί δική μου ψυχή στούς ορανούς. Μή μο στερήσετε ατήν τήν δροσιά, Σταθτε πιστοί συνεργται, γύρω ες τόν διάδοχόν μου ρχιεπίσκοπον, ποιος κι ν εναι, καί δώσατέ του τόν πειρον σεβασμόν καί τήν γάπη σας καί τήν φοσίωσήν σας.

Θά σ
ς γαπήση σον σς γάπησα καί γώ καί θά στηρίξη μαζί σας τήν κκλησία μας, διά νά πραγματοποιήση τούς ερούς σκοπούς της.

Καί τώρα
γαπητά μου τέκνα καί φίλοι μου, «δού κεμαι ν μέσ πάντων σιγηλός καί φωνος. Τό στόμα ργησεν. γλσσα πέπαυται καί τά χείλη κεκόλληνται, α χερες συνδέδενται καί ο πόδες συμπλέκονται, μορφή λλοίωται, ο φθαλμοί σβέσθησαν καί ο κατανοοσι τούς θρηνοντας, κοή ο παραδέχεται τν λυπουμένων τόν λοφυρμόν, ρίς οκ σφραίνεται το θυμιάματος τήν εωδίαν, δέ ληθινή γάπη οδέποτε νεκροται, δι' κετεύω πάντας τούς γνωστούς καί προσφιλες μου μνείαν ποιεσθαι μου ν μέραις κρίσεως, να ερω λεος πί το βήματος κείνου το φοβερο

ΜΗ ΜΕ ΛΗΣΜΟΝΗΤΕ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΣΑΣ.»

Δεν υπάρχουν σχόλια: