Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

29-8-2016 Ἐγκώμιο στήν ἀποκεφάλιση τοῦ μεγάλου Προδρόμου

 
γίου Θεοδρου Στουδτου


α. -Λαμπρ
κα θεοχαρμσυνη εναι, εσεβες χριστιανο, πανγυρη πο μς συγκντρωσε σμερα γι ν γιορτσουμε πνευματικ. Πολ σωστ χαρακτηρζεται λαμπρ, γιατ φεγγοβολει κα π ατ κμα τ νομα κενου πο σμερα τιμμε, πειδ ατς κα εναι κα νομζεται λυχνρι το φωτς. Δν εναι ββαια λυχνρι πο μς περιλοζει μ λικ φς, γιατ ττε δν θ ταν διαρκς κα δικοπη λμψη του κα θ χανταν κθε φορ πο θ 'μπαινε μπροστ του κποιο μπδιο. λλ' εναι φς πο δεχνει τν στραφτερ λαμπρτητα τς θεας χριτος στ κατβαθα τς καρδις κενων πο χουν συγκεντρωθε γι ν γιορτσουν τ μνμη του κα νεβζει τ νο στ ν στοχζεται τ παθματα το δικαου νδρα, στε βλποντας μ τ μτια τς ψυχς τ μακριο κενο μαρτριο, ν γεμσουμε μ πνευματικ εφροσνη.

Σ
καμα περπτωσι ββαια, θα το χυμνου καταγς αματος κποιου λλου ποκεφαλισμνου νθρπου, δν θ 'φερνε εχαρστηση. Οτε τ κουσμα μις ττοιας εδησης θ προκαλοσε σεβασμ στ μνμη το ποθαμνου. Γιατ πς θ μποροσε νθρωπος, πο π φυσικο του γαπει τ ζω, ν χαρε μα αμορραγα πο δηγε στ θνατο; ντθετα, πολ περισστερο, τ θαμα ατ θ τν δηγοσε σ πχθεια, οκτο κα κακολογα τς πρξεως, κτς ν παραλογιζταν κα ποθηριωνταν, μ μπορντας ν ντιδρσει λογικ σ' ατ πο βλπει, πως κριβς κνουν τ διφορα ζα πο δν χουν λογικ. Χαρονται δηλαδ, κακαρζουν κα χοροπηδνε ο πετεινο ταν βλπουν ν σφζουν να λλο κοκρι, πολαμβνοντας μνο τ θαμα, χωρς ν σκπτονται τι τος περιμνει κα ατος τ διο πθημα. Χαρονται μως τ μτια μας ν βλπουν τ αμα κθε γου, εφρανονται τ' φτι μας ν' κον τ σωτρια μηνματ του κα τ χελη μας τ προσκυνον. Γιατ φαρεσ του χαρζει τλεια συμμετοχ στν θνατη κα ληθιν ζω. Δν ννο ββαια μνο τ σταγνα το αματος, λλ κα τιδποτε π τ για μλη του - μι τρχα κα καθετ πο φοροσε πιαναν τ χρια του- εναι περιζτητο κα πολτιμο γι κενον πο χει ποφασσει ν πιστεει κα ν λατρεει σωστ τν Θε. Γι' ατ κενος πο χει κτι ττοιο στ σπτι του στν κκλησα -δηλαδ τ λκληρο λεψανο να μρος του, κμα κα τ λχιστο κομματκι- τ θεωρε διατερη τιμ κα καυχιται γι' ατ, σν ν 'χει θησαυρ πο ποβοηθει τν γιασμ του κα ξασφαλζει τ σωτηρα του. τσι προσρχεται μ πολλ ελβεια στ λειψανοθκη μ τν ερ σκνη κα γγζει μ δος τ νγγιχτα, λγω τς ερτητς τους, ερ λεψανα.


β. – Τ
τοιο εναι γι μς τ αμα το δικαου βελ, ν κα γι τος γονες του πρξε ατα το πι παραδξου κα το πι πονεμνου θρνου. Πς μποροσαν ν μν καταπλαγον μ τ σφξιμο το παιδιο τους -φο μχρι ττε δν εχαν ντικρσει νεκρ- ν μ θρηνσουν, ν μν ξεσπσουν σ γοερς κραυγς, βλποντς το τσι ξαφνικ ριγμνο καταγς, βουτηγμνο στ αματα, νεκρ π τ φονικ μαχαρι το δελφο του;

Τ
τοιο εναι τ γιο αμα το δικαου προφτη μς, τν ποο, φο πρτα ξυλοκπησε γρια βασιλις μασας, τν θαντωσε μ ξφος. πειδ τν κτυποσαν σν βλια ο προφητεες του, τν χτπησε κα ατς στ κεφλι μ ρπαλο κα τν παρδωσε στ θνατο.


Τ
τοιο εναι τ γιο αμα το προφτη Μιχαα τν ποο γκρεμζοντας σκτωσε ωρμ, γις το χαβ, πειδ κρυττε μ παρρησα τ λγο το Θεο. Γιατ τν λεγχε, πως λει γ. Γραφ, γι τς σβειες τν προγνων του.

Τ
τοιο ταν τ γιο αμα το προφτη σαα πο τν κοψε μ πρινι στ δυ Μανασσς, ποος εχε παρασρει στν εδωλολατρεα τν πιπλαιο κα εμετβλητο σραηλιτικ λα -πο λλαξοπιστοσε τσο εκολα- γιατ δν πφερε ν κοει τ σα το φανρωνε προφτης.


Τ
τοιο ταν τ γιο αμα το γενναου λεζαρ, τν πτ παδωνκα τς θεοφοβομενης μητρας τους, πο χυσε ντοχος, μετ π πολλ βασανιστρια, γιατ δν νχθηκε τ σθεναρ ντσταση πο το πρβαλαν ο ἀήττητοι γι χρη τς τηρσεως τς ντολς το Θεο κα πο τος βρκε θνατος μ τλεια κα κραιη τν πστη τους.

Τ
τοιο ταν τ γιο αμα το προφτη Ζαχαρα, πο χυσε μπροστ στ θυσιαστριο τ μαχαρι τς φηνιασμνης μτητας τν ουδαων, πειδ δν μποροσαν ν ποφρουν τ κουσμα τν προφητικν ποκαλψεων.


Τ
χρειζεται ν π περισστερα π τ ν ναφρω γενικ λων τν ποστλων, τν μαρτρων κα τν προφητν τ γιο αμα, τ ποο μ πολλος τρπους χυσαν διφοροι αματοβαμμνοι δολοφνοι κα πο τρα κυκλνει τ γ σν πλοσιος ποταμς κα σβνει τν σβεια;

γ. – Τ
τοιο ταν κα τ γιο αμα το Προδρμου κα Βαπτιστ το Χριστο, γι τ ποο μιλμε σμερα κα τ ποο χυσε π τν ερ του τρχηλο σν πολτιμο μρο πο εωδιζει τν οκουμνη. Τ αμα ατ δν τ φτιαξε δονικ πολυφαγα, οτε τ κρασ, οτε κποια π τς λλες τροφς πο συνθως παχανουν κα εχαριστον τος λαμαργους.

λλ τ δημιοργησε Χρη τς γκρτειας, πο γιος τν σκοσε π τ σπργαν του μχρι τ μαρτυρικ του τλος. Κα πως επε Κριος, ωννης, πο οτε τρωγε, οτε πινε… (Ματθ. 11, 18-19).

Τ
αμα ατ χθηκε πρν π τ αμα το Δεσποτικο κα θαντου ποτηρου. Γιατ πρεπε Πρδρομος το Φωτς, πο μ τ λαμπρ ρχομ του π στερα μνα φτισε σους βρσκονταν πνω στ γ, ν γνει κτινοβλος κρυκας κα σ' ατος πο ταν κτω π ατν, δηλαδ στν δη.

Τ
αμα ατ χει παρρησα νπιον το Παντοκρτορα Κυρου, περισστερο π' τι εχε τ αμα το δικαου βελ. Γιατ κθε ργο περιχει μσα του μι μυστικ φων πο δν παργεται π χητικ ργανα, λλ πο γνεται φανερ π τ δναμι πο χει βλει μσα σ' ατ ποιητς το ργου.


Τ
αμα ατ εναι πι ξιοσβαστο π τ αμα τν Πατριαρχν (βραμ, σακ, κ.τ.λ.), πι πολτιμο π τ αμα τν προφητν κα πι γιασμνο π τ αμα λων τν δικαων. Γιατ εναι πι προχο κα π ατ κμα τ αμα τν ποστλων κα πι νδοξο κα π τ αμα τν μαρτρων. Κα ατ τ λγια δν εναι δικ μου, λλ εναι λγια το Μεγλου Λγου, το ησο Χριστο, πο χει δσει τ σχετικ μαρτυρα γι τν Τμιο Πρδρομο.

Ε
ναι αμα πο στολζει τν κκλησα το Χριστο πι μορφα π κθε στολισμ πο θ τς γινταν μ πολχρωμα κα σπνια λουλοδια. Χθηκε γι τν δικαιοσνη στ τλος τς ποχς πο σχυε παλαις νμος κα γινε λολουδο πο παραστκει στν εσοδο τς παρουσας το Χριστο.


δ. –
λλ ς συνεχσουμε τρα ν πομε, μ βση τ ερ Εαγγλια, πς ατ τ αμα χθηκε, π ποιν κα γι ποι πθεση. ρδης λοιπν, λει τ ερ Εαγγλιο, ξσυνλαβε τν ωννη, τν δεσε κα τν φυλκισε, ξαιτας τς ρωδιδας, τς γυνακας το δερφο του Φιλππου. Γιατ ωννης το λεγε: Δν πιτρπεται ν συζες μ ατν. θελε ττε λοιπν ν τν θανατσει, λλ φοβθηκε τ λα, γιατ λοι θεωροσαν τν ωννη προφτη (Ματθ. 14,3-5).

ς ξετσουμε πρτα ποις ταν ατς ρδης, γιατ συνωνυμα συγχει τ πργματα κα δν μς πιτρπει ν ναφερμαστε στ σωστ πρσωπο. Πρκειται γι τν ρδη τν τετρρχη. Γιατ πατρας του ρδης, φονις τν νηπων, εχε πρ πολλο πεθνει.

Γιατ
μως τν λεγχε ωννης; Γιατ διωξε τ νμιμη γυνακα του, τν κρη το βασιλι ρτα, κα συζοσε παρνομα μ τ γυνακα το δερφο του το Φιλππου. Θ μποροσε ββαια ν τν παντρευτε νμιμα στν περπτωση πο ατ δν εχε παιδι π τν δερφ του, στε ν το χαρσει κληρονμους, πως ριζε Μωσαϊκς νμος. λλ φο δν ταν τεκνη δν μποροσε. Εχε μι κρη πο νομαζταν κα ατ ρωδιδα, τ γννημα τς χις, τ διαβολικ ργανο τς πλειας τς ψυχς της. Γι ατ λοιπν δκαια τν λεγχε ωννης. λεγχος μως δν ταν βριστικς κα δν γινταν γι ν τραυματσει τν ψυχ κα τν ξιοπρπεια το ρδη, λλ ταν πμνηση, πο εχε σκοπ τ θεραπεα.


Τ
το λεγε λοιπν το ρδη; Δν πιτρπεται ν συζες μ' ατν. Το θυμζει τ θεα νομοθεσα σν ν το λει: "Κτταξε κα μθε τ σο παραγγλλει Νμος: ν μνουν μαζ δυ δερφο κα πεθνει νας π ατος, χωρς ν χει ποκτσει παιδι, δν πιτρπεται χρα ν παντρευτε ξνο νθρωπο. Θ τν παντρευτε δερφς το πεθαμνου συζγου της κα τ παιδ πο θ γεννηθε θ πρει τ νομα το πεθαμνου κα τσι δν θ χαθε μσα π τ σραλ τ νομ του(Δευτ. 15,5). Ατ σο λει νμος. σ μως πρες τ γυνακα το δερφο σου πο χει παιδ. Ν μν παραβες λοιπν τν ρο πο βαλε νομοθτης. Οτε τ βασιλικ σου πορφρα ν μολνεις μ νεπτρεπτη αμομιξα. Οτε πλι ν φανες ατιος παρανομας σ πο πρπει ν δνεις στος πηκους σου τ παρδειγμα τς πρθυμης κα εχριστης ποταγς στος νμους. Κα ν πσεις σ' ατ τ λθος θ τιμωρηθες, γιατ τιμωρονται πολ πι αστηρ σοι βρσκονται σ μεγλα ξιματα.


ε'. – Α
τς μως πειδ, μλις πρε τν ξουσα, ξχασε τι πρχει Θες, ργστηκε, ναψε π θυμ κα δν δχθηκε τν λεγχο. Δν μιμθηκε τ Δαυδ, ποος ττε πο λγχθηκε π τν προφτη Νθαν γι τ μρτημα τς μοιχεας, επε κενο τ χαρακτηριστικ: «χω μαρτσει νπιον το Κυρου» (Β' Βασ. 12-13). Κα Κριος γι τν ταπενωσ του το συγχρεσε τ μρτημα. ντθετα, ρδης φο συνλαβε τν ωννη τν δεσε κα τν ριξε στ φυλακ (Ματθ. 14,3). Συνλαβε κενον πο ζοσε τν ψιστη λευθερα μ τν για ζω του, ατς πο ταν αχμαλωτισμνος στ πθος τς σλγειας. βαλε δεσμ σ' κενον πο ταν πελευθερωμνος π λα, ζντας ξω π κθε μπαθ σχση, ατς πο ταν δεμνος μ τ μαγικ δεσμ τς κολασας. βαλε στ φυλακ τν φλακα κα κρυκα τς κκλησας, ατς πο στν πρξη ταν βουτηγμνος στν καθαρσα. ξαιτας τς ρωδιδας τς γυνακας το δερφο του το Φιλππου (Ματθ. 14,9). Γι τν ρωδιδα, πο ταν μοια στ θος μ τ Δαλιδ, πραγματικ ργανο το διαβλου. Γιατ ατ παρτρυνε ατν πο μοιραζταν μαζ του τ κρεββτι -καλτερα θ λγαμε τν παρνομο ρωτα- ν μανισει κατ το ωννη. Δν μπορ, το λει, βασλισσα γ, ν γελοιοποιομαι π τ γι το Ζαχαρα. Φυλκισε τ γλσσα πο μο τσακζει τ κκκαλα. Μαχαρωσε μσως ατν πο τ λγια του σν βλη μο πληγνουν τν ψυχ. Κι ν θελε ν τν θανατσει, δν τ κανε, γιατ φοβτανε τ λα, πο θεωροσε κα σεβταν τν ωννη ς προφτη (Ματθ. 14,5). Γιατ δν μπορον ο κυβερντες, ταν θλουν ν κνουν κτι παρνομο ν τ πιτελσουν μσως μλις τ πιθυμσουν γι δυ λγους: Πρτον γιατ ντρπονται κα φοβονται τος πηκους τους, κα δετερον γιατ περιμνουν μχρι ν βρον τν κατλληλη περσταση γι ν κνουν κνδυνα πρξη τ μσος τς ψυχς τους.

στ –
ν λοιπν γιορτζανε τ γενθλια το ρδη, βγκε στ μση κα χρεψε κρη τς ρωδιδας.ρεσε πολ στν ρδη, γι' ατ κα ρδης ρκστηκε ν τς χαρσει, , τι το ζητσει (Ματθ. 14,6).


Τ
ν μρα πο πρεπε ν δοξσει τ Θε γιατ τν φερε στ φς ατς τς ζως, ττε προτμησε τ ργα το σκτους. Ατ μρα ταν φορμ γι πνευματικ εφροσνη κα χι γι χορος κα μλιστα γυναικεους μπροστ σ νδρες. Τ γεννθηκε π' ατν τ χορ; ρκος. Κα π' ατν; φνος. Ξερζωσε τν κακα κα δν θ βλαστσει νομα. ν μως ριζσει κακα, σφαλς θ καρπσει, δηλαδ θ φθσει μχρι τν πρξη. Χρεψε κρη τς ρωδιδας στ μση τν καλεσμνων κα ρεσε στν ρδη. Τ λλο θ μθαινε π τ μνα της πορνοδασκαλεμνη κρη, παρ τ ν χορεει προκλητικ, κα ν 'ναι τσο σκημνη στ χορ στε ν ρσει πολ στν ρδη; Γι' ατ κα κενος τς ποσχθηκε μ ρκο τι θ τς δινε , τι το ζητοσε. Τσο περσκεπτα τρχει γλσσα ατν πο χουν ξωκελει στ πθη τς τιμας, στε ξεστομζουν ναντον ποιουδποτε, χωρς σκψη, , τι τος ρθει στ μυαλ. Ατ, δασκαλεμνη π τ μνα της, πτυχε τν ποτρπαιο ποκεφαλισμ το ωννη, πο π καιρ πσχιζε ν πετχει φιδογννα ρωδιδα. Κα πως φαντζομαι θ επε, φο πρτα καλπιασε τν κρη της: Ν παιδκι μου, εκαιρα πο ζητγαμε. Κατφερες μ τ πδια σου ν μο προσφρεις κενο πο ποθοσα. Σταμτησες τν πνο μου μ τ περτεχνο τραγοδι σου. ς θψουμε στ γ ατν πο μς λγχει. Πγαινε γργορα ν πες στν ρδη: Δσε μου τρα μσως, στ πιτο, τ κεφλι το ωννη το Βαπτιστ (Ματθ. 14,8).
παθιασμνη κα φονικ πατηση! ν δν εχε κν τ δικαωμα ν σκεπτεται κα ν πολαμβνει τ φονικ θαμα ξεπρασε κθε λλον σ σκληρτητα. μανιασμνη φνισσα! Δν ρκστηκες μνο στν καρατμηση λλ διαπραγματετηκες ν σο φρουν τν για κεφαλ σ πιατλα. νσια κα κλαστη! θηριωδα σου ξεπερνει κα τν αμοχαρ εζβελ.


ζ'.-.Λυπ
θηκε, λει τ ερ Εαγγλιο, βασιλις. πειδ μως εχε ρκιστε κα εχε ποσχεθε μπροστ στος καλεσμνους, δωσε ντολ ν τς δοθε κεφαλ. στειλε ττε στ φυλακ κα ποκεφλισε τν ωννη. Κα φεραν τν κεφαλ πνω στν πιατλα κα τν πρσφεραν στν κρη κα ατ στ μνα της (Ματθ. 14,11).
κακ τλος διαβολικς προετοιμασας! Ποις μπηξε τ θανατερ ξφος στν ερ Κεφαλ; νας νομος πηρτης, πο σν λλος Δωκ δν μιμθηκε κενους τος ουδαους ο ποοι μ φρνηση κα νδρεα ντιστθηκαν στν βασιλι Σαολ, ττε πο τος διταξε ν φονψουν τος προφτες το Θεο. Κα φεραν τν κεφαλ το ωννη πνω στν πιατλα…


Τ
ν τ νομσουμε ατ τ φαγοπτι, συμπσιο φονευτριο; Τ ν ποκαλσουμε τος κρασοκυβρνητους προσκαλεσμνους,μοτρπεζους αματοβαμμνους;

πρωτγνωρο θαμα! μαρτωλ ραμα! π τ να μρος προσφρονταν κοτπουλα κα π τ λλο φρνανε τ προφητικ κεφλι. π τ μι μερι κερνοσαν πλοσια καθαρ κρασ κα π τν λλη ρεε μ ρμ το δικαου τ αμα. πσο φοβερ εναι ν τ π κα πσο φρικτ ν τ κφρσω!

Κα
τ 'δωσαν στ κορτσι κα τ πγε στ μνα του . λμονο! Πσο τρομερ λλοκοτι! Χαρστηκε τμητη κεφαλ γι μι τιμη πρξη, στν καταραμνη κα ββηλη, γν κα νγγιχτη κα π' τος γγλους ξιοσβαστη Κεφαλ. Κα τν δωσε στν μνα της σν ν τς πρσφερε καλομαγειρεμνο φαγητ σ κενη πο ργιαστικ σκηνοθτησε τ θνατο, σ ν τς λεγε: Φε, μανολα μου, κρας π τς σρκες κενου μο ζησε στ γ σν σαρκος. Πι αμα π τν νηστευτ. Τρα πι κλεσαμε μι γι πντα τ στμα κενου πο μς λεγχε.

η'. -.Κα
ρθαν ο μαθητς του, συνεχζει τ ερ Εαγγλιο, πραν τ σμα του κα τ θαψαν (Ματθ. 14,13). Πρσεξε σ πο γαπς τν στορα, πς εκονζεται νταφιασμς το δικαου κα ποστμωσε τος χθρος τν γων εκνων σν χθρος τς λθειας. Βλε καλ στ νο σου τν στορα κα βγλε φλιμο συμπρασμα. Πς παρνουν τ δεμνο μ βαρις λυσδες γιο π τν φυλακ. Πς δμιος σηκνει σν γριο θηρο τ ξφος νντια τς ερς Κεφαλς. Πς μετ τν ποκεφαλισμ προσφρεται μυρβλητη Κεφαλ στν ξαλλη ρωδιδα. Πς κμα θβεται τ ερ σμα π τ χρια τν μαθητν του, πο λγυρα παραστκουν δακρυσμνοι μ πνο πο σκζει τν ψυχ τους. Πς λλος γκαλιζει τ πδια το γου, λλος πασχζει ν συνταιρισει τν για Κεφαλ στ κνητο σμα κα λλος θυμιζοντας ψλνει πικδειες μνωδες.

Τ
ρα βρσκομαι κε μ τ νο, κροατς μου, κα βλπω τν ταφ το δικαου ν γνεται μσα σ τμσφαιρα ερνης, πως ναφρεται στν Προφτη σαα (σ.57,2). ραματζομαι τ γγελικ κενο πρσωπο πο δυσαν τ μτια του σν δο λιοι λαμπερο κα πο μσα σ' ατ εχε ποτυπωθε λη ψυχικ του μορφι. Χωρς τν πρσκαιρη κα πγεια τοτη πνο, λλ γεμτο π τν μοσχομριστη εωδι τς θεας Χρης.

σπζομαι τ ερ κενα χρια, πο μαρτα δν γγξανε κα πο μ τ δκτυλ τους δειξαν στος νθρπους τν Χριστ, πο σκωσε πνω Του τν μαρτα λοκλρου το κσμου. Προσκυν κενα τ ραα πδια, πο εαγγελστηκαν τ γαθ στος νθρπους κα μ τ ποα προετοιμστηκε δς τς παρουσας το Κυρου. Φρτε ν προσκυνσω κα τν τμια λυσδα μ τν ποα δθηκε πι πολτιμος κα γγελμορφος νμεσα στος νθρπους. Φρτε κα τ σεβσμια πιατλα που τοποθετθηκε πολυσβαστη κα π' λα τ χρυσφια κριβτερη Κεφαλ. κμα ν βρισκα δν θ' φηνα προσκνητο τ φονικ μαχαρι πο μπχθηκε στν ερ τρχηλο, οτε θ δσταζα ν καταφιλσω τ χμα που φρουρθηκε θησαυρς, μ τ βεβαιτητα, τι κα ατ θ μο μετδιδε θεα Χρη.

Μακαριστ
τφε κα χαρμσυνη ταφπετρα, πο σκπασες τ τρισμακριστο κενο σκνωμα κα τλιξες μσα σου τ πολυτιμτερο π σωρος σμαργδια κα μαργαριτρια σμα.

κε λοιπν βρισκταν ρατ συντροφι τν μαθητν κα ἀόρατα πλθη γγλων, εφημντας, δοξζοντας, ψνοντας στν οραν κα μεταφροντας στν τελεωτη χαρ ατν πο ζησε σν νσαρκος γγελος κα προανγγειλε τ Μεσσα. Ατν πο πρξε γνσιος φλος το Κυρου, πο δγησε στν ορνιο Νυμφο τν κκλησα, τ σβηστο λυχνρι το νεκφρστου φωτς, τ ζωνταν φων το Θεο Λγου, τν ντερο π' τος προφτες, τν μεγαλτερο π' σους γννησε ποτ γυνακα. Ττοια λοιπν πως περιγρψαμε, ερηνικ ταν ταφ το δικαου, πρξενος κα γαλλασης κα σωτηρας, σ' λκληρο τν κσμο.


θ. –
ραγε παρφρονας ρδης κατφερε ν ξεφγει τν τιμωρα γι τ νουσιοργημ του στν πλοιπη πγεια ζω του; χι ββαια. λλ πως λει παρδοση, γι' ατ τ νμημ του, φο ξεσηκθηκαν λοι ο πκοο του, τν πομκρυναν π τ θρνο του κα τν κατσφαξαν. Μ ατν τν τρπο Θες θλησε ν φοβσει κα ν νουθετσει τος μεταγενστερους βασιλες στε ν μ διαπρξουν ττοια γκλματα. λλ ξαναγυρζοντας στ θμα μας ς ναφωνσουμε πως ταιριζει στν παροσα μρα.


Σ
μερα ωννης Πρδρομος μακαρζεται γιατ θυσιζει τ κεφλι του γι τν λθεια κα παρνομος ρδης γελοιοποιεται κα ξευτελζεται. Σμερα ωννης Πρδρομος π' λους γκωμιζεται γι τ σθεναρ λεγχο κα παρφρονας ρδης θεωρεται τιμος γι τν μοιχεα του. Σμερα κεφαλ το ωννη το Προδρμου προσφρεται σφαχτρι ερ πνω στν πιατλα κα μοιχαλδα ρωδιδα, παρ τ θλησ της, δχεται τν αἰώνια καταδκη.

Σ
μερα τ αμα το ωννη το Προδρμου χνεται γι τν τρηση το θεου νμου κα ατς πο ναντιθηκε στν Πρδρομο μ τν παρανομα δικαιολογημνα διαπομπεεται. Σμερα ωννης Πρδρομος ξαιτας τς παρρησας του πρς τν ρδη ποκεφαλζεται, γι τν τρηση τς δικαιοσνης.τσι μαθανουν ο βασιλες τς γς ν μ χωρζουν τς νμιμες συζγους τους κα ποδοκιμζουν ατν πο χρισε τ γυνακα του.


Σ
μερα ωννης Πρδρομος στνει πνω στ γ πνευματικ ρσημο κα προτρπει λους τος νδρες ν ρκονται στ νμιμη γυνακα τους κα ν μν προχωρον παραπρα. Σμερα ωννης Πρδρομος κατεβανει στν δη κα ο νεκρο μαθανουν τ χαρμσυνο γγελμα τς παρουσας το Χριστο. Σμερα ο ορανο εφρνθηκαν μ τν ποκεφαλισμ το ωννη το Βαπτιστ, πο θυσιστηκε γι τ δικαιοσνη το Θεο κα ο νθρωποι πνω στ γ γιορτζουνε μ εχαριστριους μνους. Κα χω τ γνμη τι κα μς τρα παρακολουθε π τν οραν Τμιος Πρδρομος κα μς μεβει ς μνητς του μ θεα χαρσματα.
νμεσα στ χορ τν προφητν, σν πρωιν στρι μεσουρανε κα φωτζει τ στερωμα τς κκλησας. νμεσα στος ποστλους κα πρν π' ατος κα περισστερο π' ατος λμπει σν λιος μσα στος λιους. Μσα στος μρτυρες ξεχωρζει μ τ θαματ του, σν λοστλιστος μ' στρια ορανς. νμεσα στος δικαους στκει περτρανα γι τ πολλ παθματα πο πφερε, γι χρη τς δικαιοσνης κα ψνεται πι ψηλ π τος κδρους το Λιβνου, ατς πο σκρπισε σμερα χαρ στν οκουμνη.


Γιατ
, ν θ χαρον πολλο κατ τ γννησ του, σμφωνα μ τ λγια το Εαγγελιστ Λουκ (Λουκ. 2,10), πρπει ν εναι νλογη κα εφροσνη τν μρα ατ το μαρτυρικο τλους, τν ποα ξιωθκαμε ν πανηγυρσουμε λοι μες, δηλαδ ο ερες κα ο ρημτες κα ο κοινοβιτες κα ο λαϊκο, γιατ λοι χουν μρος στ χαρ πο δνει μνμη του. διατερα μες πο γκαταβινουμε σ' ατ τ ερ μοναστρι, ς χομε κμα περισστερο τς πρεσβεες του, στ νομα το ησο Χριστο, το Κυρου μας.

Σ' Α
τν πρπει δξα κα δναμη, μαζ μ τν Πατρα κα τ Πανγιο κα Ζωοποι Πνεμα, τρα κα πντοτε κα στος τελετητους αἰῶνες τν αἰώνων.

μν.
πό τό βιβλίο: «Θεϊκό Λυχνάρι, Τίμιος Πρόδρομος»
κδόσεις ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ
ερς Μονς Τιμίου Προδρόμου Καρέα

Προβολή άρθρου...

Δεν υπάρχουν σχόλια: