Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Η Επιστροφή (Πασχαλινή Ιστορία)



του π. Δημητρίου Μπόκου

Μι φορ κι ναν καιρό, πολ μακρι π τ γ, πρχε μι παραμυθένια χώρα, γεμάτη πλοτο, φς κα μορφιά, πο τν λεγαν Αθερία. Μι κρυστάλλινη στείρευτη πηγ κι νας λιος ζεστς κα φωτεινς φόρτωναν λοχρονς μ φθονα νθη κα καρπος τ καταπράσινα δέντρα πο τ σκέπαζαν.
κε, νάμεσα σ λλες φυλές, κατοικοσε κα φυλ τν νθρώπων. νας σοφς κα καλς ρχοντας, πο τος γαποσε λους σν παιδιά του, βασίλευε στ χώρα. Ο νθρωποι στν Αθερία ζοσαν πέροχα. Χωρς ν ρρωσταίνουν, χωρς ν γεράζουν ποτέ. Χωρς τίποτε ν τος λείπει.
Μ
κάποτε στ χώρα ατ γινε μι μεγάλη ναστάτωση. νας κακς ρχοντας, μοχθηρς βασιλις τς νύχτας, καμε πόλεμο ναντίον το βασιλι τς Αθερίας. Συγκέντρωσε να μεγάλο στρατ π τος μαύρους ππότες του κα νεβαίνοντας π τ σκοτειν πόγειο βασίλειό του, φτασε στ πρόθυρα τς Αθερίας. κε προσπάθησε μ πολλς ποσχέσεις γι τιμς κα ξιώματα στ βασίλειό του, ν πάρει μ τ μέρος του τος κατοίκους της. Ο νθρωποι δν εχαν κανένα παράπονο π' τν καλ βασιλιά τους. Μ στόσο, ντελς νόητα, στράφηκαν ναντίον του, συμμαχώντας μ τν κακ βασιλι τς νύχτας, παρασυρμένοι π τς ποσχέσεις του.
Στ
μάχη πο κολούθησε ο λευκο ππότες τς Αθερίας, πιστο φρουρο το βασιλι πο ππευαν λευκ φτερωτ λογα, νίκησαν τος μαύρους ππότες τς νύχτας κα τος ξανάριξαν στ σκοτεινό τους βασίλειο.
καλς βασιλις λυπήθηκε πολ γι τν νταρσία τν νθρώπων. Σύμφωνα μως μ τος νόμους τς Αθερίας πρεπε τώρα ν τος ξορίσει μακρι π τ φωτεινή τους πατρίδα. τσι ο λευκο καβαλλάρηδες τος φεραν π τν Αθερία στν γνωστο μέχρι τότε τόπο τς ξορίας τους: στ γ.
Ο
νθρωποι ταν παρηγόρητοι. π τ στιγμ πο ο χρυσς πύλες τς χώρας τους σφάλισαν πίσω τους, ξέσπασαν σ δυρμ κα θρνο. Ο λευκο καβαλλάρηδες προσπάθησαν ν τος παρηγορήσουν. Τος επαν ν ζον σύμφωνα μ τν νόμο το βασιλιά, νά 'χουν γάπη κα ν κάνουν τ καλ μεταξύ τους.
-
ν ζτε τσι, επαν, ταν θ τελειώνει χρόνος τς ξορίας σας, μες ο διοι θ σς φέρνουμε πάλι στν πατρίδα. ν μως κάνετε τ ντίθετο, δν θ μς ξαναδετε. Ο μαροι ππότες θ σς τραβνε κάτω στ βασίλειο τς νύχτας.
τσι ο νθρωποι μειναν στ γ. ζωή τους ταν πολ δύσκολη. γ ταν φιλόξενη. Δν μοιαζε καθόλου μ τν γαπημένη τους πατρίδα. δινε πολ δύσκολα τος καρπούς της. πρεπε ν δουλεύουν σκληρ γι ν ζήσουν. πέφεραν πότε π τ κρύο κα πότε π τ ζέστη. Κα ο ρρώστιες τος χτυποσαν λύπητα.
Λαχταρο
σαν μέσα τους τν πατρίδα. Δν βλεπαν τν ρα ν γυρίσουν σ' ατήν. καθένας περίμενε νυπόμονα τ τέλος τς ξορίας του. Κι ταν ρχόταν ατ στιγμ κα κάποιος λευκς καβαλλάρης ρχόταν ν τν παραλάβει, παιρνε γεμάτος χαρ τ δρόμο τς πιστροφς.
Μ
καθς περνοσαν τ χρόνια, λλαζαν κα ο καιροί. Ο νθρωποι ρχισαν ν συνηθίζουν λίγο-λίγο κα τ γ. σκληρ κα θλιβερ ζωή τους παψε ν τος πειράζει τόσο πολύ. Σιγ-σιγά, χωρς ν τ καταλαβαίνουν, ρχισε ν σβήνει μέσα τους μεγάλη λαχτάρα γι τν γαπημένη τους πατρίδα. Κα τέλος ρθε κάποια στιγμή, πο δν πιθυμοσαν καθόλου πι ν γυρίσουν σ' ατήν. Συνήθισαν τ γ τόσο πολύ, πο τν γάπησαν σν πατρίδα τους. Δν θελαν ν φύγουν ποτ πλέον π' ατήν. δίως ο νεώτεροι πο εχαν γεννηθε στ γ κα μόνο κουστ εχαν γι τν λλη, τ μακριν πατρίδα τους, τν Αθερία. Ο πι πολλο μάλιστα δν πίστευαν κν πς πάρχει.
νόμος το βασιλιά τους ξεχάστηκε κι ατός. γιναν διάφοροι κα κακο μεταξύ τους. Μ ζωή τους τσι δυσκόλεψε πι πολύ. στόσο χρόνος τς ξορίας γι τν καθένα τελείωνε κα νας-νας φευγαν. Ο λευκο καβαλλάρηδες μφανίζονταν ξαφνικά, χωρς προειδοποίηση κι ατ τος στενοχωροσε πολύ. Κα δν φευγαν μόνο ο γέροι, μ κα ο νέοι κα τ παιδιά. Πράγμα πο δν τος ρεσε καθόλου κα μεγάλωνε τ στενοχώρια κα τ γκρίνια τους γι τν βασιλιά, πο ριζε αθαίρετα, πως λεγαν, τν χρόνο τς παραμονς τους στ γ.
νάμεσά τους ζοσε κα μι μάνα μ τν μοναχογιό της. γάπησε κι ατ τ γ τόσο πολ πού, πως λοι, δν θελε ν φύγει π' ατήν. Κόντευε ν σβήσει ντελς κι π' τ δική της μνήμη εκόνα τς μυθικς της πατρίδας.
Κάποτε
μως τ παιδί της ρρώστησε. Κα τί δν κανε ν τ γιατρέψει! ρρώστια κράτησε μέρες κα τυράννησε μ φριχτος πόνους τ φτωχ πλάσμα. Τελικ ποδείχτηκε πι δυνατ π' τς φροντίδες τς μάνας, πο γυρίζοντας στ σπίτι κάποια μέρα δν βρκε τν ρρωστο μοναχογιό της. Κατάλαβε. χρόνος ξορίας το παιδιο της ληξε. Ο λευκο καβαλλάρηδες τν εχαν πάρει. Τν φεραν πίσω στν πατρίδα.
Μ
μάνα δν ντεξε τν χωρισμό του. καρδιά της σχίστηκε σ χίλια κομμάτια. βαθς πόνος διεμβόλισε θανάσιμα τν ψυχή της. Σπαραχτικς θρνος της ντηχοσε νυχτόημερα στς ρημιές. Κα μι καυτ ργ νέβαινε π τ γκατά της, θολώνοντας μ ναθυμιάσεις πνιγηρς τ σκέψη της κα τ ασθήματά της. Στάζοντας πίκρα τ βλέμμα της πλανιόταν μακριά, πέρα π' τς βουνοκορφές, πάνω π' τ σύννεφα, που, καθς λεγαν, βρισκόταν μυθική τους πατρίδα. Φώναζε μ τν λπίδα, πς σπλαχνος βασιλις πο ριζε τ μοίρα τους, τν κουγε.
- Μο
τν στέρησες! Γιατί; Τί μο φησες τώρα; Βολοδέρνω μονάχη μου πιά! Κι ατός; να παιδάκι ταν! Γιατί βιάστηκες ν μο τν πάρεις; Κα γιατί ν τν βασανίσεις τσι; Τί φταιγε τ θο πλάσμα γι ν ποφέρει; Εσαι σκληρός! δικος κα σκληρός!
Μ
κάποια βραδιά, πο εχε ξαναπιάσει γι πολλοστ φορ τ πικρ μοιρολόγι της, να δυνατ χλιμίντρισμα λόγου τάραξε τν συχία τς νύχτας. Σύγκαιρα πόρτα της νοιξε κα δρ σιλουέττα νς λευκο καβαλλάρη διαγράφτηκε στ νοιγμά της. Τά 'χασε. ρθε λοιπν ρα τς πιστροφς της;
-
χι κόμα! επε διαβάζοντας τ σκέψη της λευκς καβαλλάρης. Θά 'ρθεις μόνο ν δες.
Τ
ς νευσε ν κολουθήσει. μάνα κοίταζε ναυδη. μιλιά της εχε κοπε. Βάδισε πίσω του πνωτισμένη. Τν νέβασε στ ράχη το φτερωτο του λόγου κι μέσως σηκώθηκαν λοι στν έρα. Τ λογο σκιζε μ σύλληπτη ταχύτητα τος αθέρες. Πέταξαν πρς τν νατολή, πάνω π' τ σύννεφα, φήνοντας μακρι πίσω τους τ γ. Κα τότε, στράφτοντας μέσα σ πέρλαμπρο φς, μι χώρα μ περίγραπτη μορφι φανερώθηκε μπρός τους.
μάνα κοίταζε μαγεμένη. στε πρχε στ' λήθεια χώρα ατή! Τ μυαλό της εχε σταματήσει. Ρουφοσε μόνο μ' λη της τν ψυχ τ νέκφραστο νειρο πο ζοσε.
Τ
λογο πάτησε στ χμα, λευκς καβαλλάρης ξεπέζεψε. Τν πρε π τ χέρι κα προχώρησε ς κε, που μεγάλες ψίδες κλειναν στ κέντρο τους ναν ψηλ θρόνο. κε καθόταν βασιλιάς. ππότης ποκλίθηκε μ σεβασμό.
- Καλ
ς τν πονεμένη μάνα!
βασιλις μίλησε ρεμα, ποβλητικά. πειτα σηκώθηκε, κατέβηκε τ σκαλι το θρόνου του κα τν πλησίασε. πιασε τ χέρι τς μάνας, σκυψε κα τ φίλησε. κείνη τινάχτηκε ξαφνιασμένη.
- Τιμ
κα σέβομαι τ μάνα πο πονάει, τς επε. Μπροστ στν πόνο της θέλω ν σκύψω κι γώ, δ ντρέπομαι ν γονατίσω κι ς εμαι βασιλιάς. Κα τώρα πές μου, ρώτα με, ζήτα μου ,τι θές.
νοιωσε νά 'ρχεται ξαν φωνή της.
-
ς ταν ν τν δ μονάχα, βασιλιά μου! επε κα καρδιά της γέμισε λαχτάρα.
καμε νόημα βασιλις μέσως κα στ στιγμ μι φάλαγγα λόκληρη ππέων μ λόλευκες στολς κα μ χρυσ σπαθι πο στραφταν στ φς, φάνηκε νά 'ρχεται μ λαφρ καλπασμό. Πλησίασαν, νοιξαν σ δυ γραμμς κα πραν θέση δεξι κι ριστερ το θρόνου.
ρχηγς ξεπέζεψε κα στάθηκε στ μέση, γέρνοντας μ σεβασμ πέναντι στν βασιλιά. ταν να ψηλ παλληκάρι πο φεγγοβολοσε μορφιά. νας πέροχος λευκς καβαλλάρης!
ταν γιός της!
- Μάνα,
γιός σου! επε ργ βασιλιάς. Κα γυρίζοντας στν νέο,
- Παιδί μου,
μάνα σου!
Μέσα σ
μι κραυγ χαρς μάνα κα γις γκαλιάστηκαν. κλαψαν γι ρα πολλ π χαρά. Κι ταν μεγάλη συγκίνηση γαλήνεψε,
- Κράτα με τώρα
δ κι μένα, βασιλιά μου! κέτεψε μάνα.
-
χι κόμα, πάντησε κενος. Δν τέλειωσε χρόνος τς δικς σου ξορίας. Θ γυρίσεις γι λίγο κόμα στ γ. Κάμε λίγη πομονή.
- Καταλαβαίνω τώρα π
ς σοφία σου ξεπερνάει τ πάντα, βασιλιά μου, επε μάνα. Θ δεχτ τ θέλημά σου πλέον μ χαρά. Θ πομείνω σο θέλεις, ρκε μετ ν χαίρομαι τν γιό μου δ γι πάντα. λλ πρν φύγω, λύσε μου τν πορία. Γιατί τν πρες τόσο γρήγορα π κοντά μου;
-
ταν ρα του γι ν τν φέρω πίσω. Δν θ φελοσε ν ζήσει λλο οτε ατν οτε σένα.
- Μ
πς γίνεται ατό; Μικρ παιδ τανε! Κα γιατί ν ποφέρει τόσο;
- Πράγματι, δ
ν φταιγε σ τίποτε. πόνος του δν ταν τιμωρία του γι κάτι, λλ ο ξετάσεις του, δικός του γώνας γι ν κερδίσει δ τ θέση τν ξιοζήλευτη πο εδες. Γι λίγο πόνεσε, μ νταμοιβή του εναι πολλαπλάσια. Θ χαίρεται γι πάντα τώρα δ. μως ν μενε κι λλον καιρ στν ξορία του, θά 'ταν καταστροφ κα γι τος δυό σας. Μ ατ δν θά 'θελες, νομίζω, ν τ ξέρεις.
- Μ
τώρα εναι πο δν πρόκειται ν συχάσω π τν γωνία. Τί θ γινόταν, βασιλιά μου;
-
φο λοιπν τ θς τόσο πολύ, ς τ μάθεις! επε βασιλις κι πλωσε μπρς τ χέρι του.
Μι
πορφυρ κουρτίνα νοιξε πέναντί τους. Στ κπληκτα μάτια της ρχισε ν ξετυλίγεται μέσως μι παράξενη εκόνα. λοζώντανα μπροστά της βλεπε τ τί μελλε ν συμβε, ν ζοσε γιός της περισσότερο στ γ, κοντά της.
Τί τρομερ
εδε ταλαίπωρη μάνα; Τί ταν ατ πο θ συνέβαινε;
Ε
δε λοιπν τν αυτό της κα τν γιό της σ μιν ρημιά, ν ταξιδεύουν ξαντλημένοι κάτω π' τν καυτ λιο. Τ νερό τους εχε τελειώσει. μάνα δν ντεχε λλο. ποκαμωμένη πεσε στ γ.
- Παιδί μου, προχώρα
σ πο μπορες λίγο καλύτερα. Πι πέρα πο ρχίζει τ δάσος χει μι πηγή. Φέρε νερό.
- Μάνα, φοβ
μαι τος ληστές. χουν τ λημέρια τους στ δάσος.
-
χε τν νο σου μ σ δον. Μά, ν δν πς, θ πεθάνουμε.
γις προχώρησε στ δάσος, μ ο ληστς τν πραν εδηση κα τν κυνήγησαν. Τν βάλαν στ σημάδι μ τ τόξα τους. Τ δύναμα πόδια του δν τν πγαν μακριά. Δ μπόρεσε ν τος ξεφύγει.
μάνα εδε πο ργοσε κι νησύχησε. Ξεκίνησε μ κόπο ν τν ψάξει. Τν πρόλαβε τοιμοθάνατο.
- Μάνα, μ
σκότωσες! τς επε μ παράπονο πάνω στ ξεψύχημά του.
Δάκρυα κι
νοχς δυσώπητες πνιξαν τ δυστυχισμένη μάνα. Τ λογικά της θόλωσαν. πελπισία ξέσχισε τν καρδιά της. Σπρωγμένη π' τν νείπωτο πόνο της, ρμησε ξαλλη σ' να βαθ φαράγγι κα γκρεμίστηκε. Μ κε παραμόνευαν γρυπνοι ο μαροι καβαλλάρηδες το σκοτεινο βασιλιά. Ατοστιγμε τν ρπαξαν κα μ λαλαγμος γριας χαρς τν συραν στ' νήλιαγο βασίλειο τς νύχτας.
- Φτάνει! πετάχτηκε στριγκλι
φωνή της π' τ στήθια της κα σωριάστηκε στ πόδια το βασιλιά. Φτάνει, βασιλιά μου, κατάλαβα. γ δια θά 'στελνα τν γιό μου στν χαμό. Κα θ χανόμουνα μετ γι πάντα κι γώ. χ, βασιλιά μου! π τί κακό μς σωσες! Κι γ σ καταριόμουνα πο μο τν πρες!
- Γι
τ καλό σας τό 'κανα, επε βασιλιάς. Ν σς γλυτώσω π' τν καταστροφ πο θ γινόταν παρ τ θέλησή σας. Δν γίνεται βέβαια μ λους τσι. λλοι καταστρέφουν μ τ θέλησή τους τ ζωή τους, σ λλους γίνονται ο λλοι ατία. Κι γ γρυπν γι ν προλάβω, που κα σο γίνεται, τ κακό. Μ μ νομίζεις πς διορθώνονται λα.
-
χ! Κα πς θ ζήσω τώρα μ' ατ τ φρίκη στ μυαλό μου!
- Δ
ν πρόκειται ν γίνει ατό, μν νησυχες! Δν θ παιδεύεσαι μ πράγματα πο ταν ν γίνουν, μ δν γιναν.
βασιλις πλωσε ξαν τ χέρι του. κουρτίνα κινήθηκε καί, καθς ξανάκλεινε ργά, σβηνε ριστικ κα τ φριχτ ραμα π τ θύμηση τς μάνας. λευκς καβαλλάρης τν ξανάφερε στ γ. Μ τώρα καρδιά της πετοσε νάλαφρη. Πέρασε τν πόλοιπο χρόνο τς ξορίας της στ γ μ χαρωπή, γαλήνια πομονή. Κι ταν λευκς καβαλλάρης ξαναφάνηκε στν πόρτα της, δν τρόμαξε καθόλου.
- Καιρ
ς ταν! το επε μ χαμόγελο. Σ περίμενα!
κενος τν νέβασε στ φτερωτό του λογο καί, τρέχοντας σν στραπή, τν φερε κοντ στν γιό της, στ φωτειν πατρίδα τους πάνω π' τ σύννεφα.
Πάσχα 2010

ΠΗΓΗ: istologio.org