Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Κυριακή του Θωμά

Θωμᾶς ἔκανε ἕνα βασικὸ λάθος. Ἀποτραβήχτηκε ἀπὸ τὴν ὁμάδα, τὴν κοινότητα τῶν μαθητῶν. Ἔτσι ἔχασε τὴν πρώτη παρουσία τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ. Καὶ ἡ ἀπογοήτευσή του κράτησε δέκα ὁλόκληρες μέρες, ἐνῶ γιὰ τοὺς ἄλλους μαθητὲς τὴν τρίτη μέρα εἶχε ἤδη ξεπεραστεῖ. Πόσα χάνουμε, ὅταν ἀποτραβιώμαστε στὸν ἑαυτό μας καὶ κλεινώμαστε στὶς δικές μας σκέψεις, ψάχνοντας μόνοι μας γιὰ τὶς λύσεις, μακριὰ ἀπὸ τὴν συντροφιὰ τῶν ἄλλων, ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεό, μακριὰ ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν μαθητῶν, τὴν Ἐκκλησία τῶν πιστῶν, ποὺ κρατάει ζωντανὴ τὴν ἀνάμνησή Του.
Ὅμως ὁ Θωμᾶς εἶχε καὶ δύο προτερήματα. Πρῶτον εἶχε εἰλικρίνεια, εὐθύτητα καὶ τιμιότητα. Ἦταν γνήσιος. Δὲν ἔλεγε ὅτι πίστευε, ὅταν δὲν πίστευε. Τὸ δεύτερο
ἦταν ὅτι καθυστέρησε μὲν νὰ ἀποδεχτεῖ τὴν Ἀνάσταση, ὅταν ὅμως βεβαιώθηκε, ἔζησε μὲ συνέπεια ὅλο τὸ δρόμο. Δόθηκε ὁλόψυχα στὸν Χριστὸ καὶ βίωσε τὶς συνέπειες τῆς πίστεώς του. Βάδισε μέχρι τὸ τελευταῖο σημεῖο ὑπακοῆς. Ὅπως ἀναφέρει ἡ παράδοση, προχώρησε στὴ δύσκολη ἱεραποστολὴ τῶν Ἰνδιῶν κι ἐκεῖ σφράγισε τὴ ζωή του μὲ τὸ μαρτύριο.
Αὐτὴ ἡ προσωπικὴ βεβαιότητα ὅτι «ἀνέστη ὁ Κύριος ὄντως» ἂς πλημμυρίζει καὶ τὴ δική μας ὕπαρξη. Ὅ,τι κι ἂν λένε οἱ ἄλλοι, ὅσο κι ἂν διαμαρτύρεται ὁ φτωχὸς ἑαυτός μας στὶς κουρασμένες καὶ θολές του ὧρες, σὲ τελευταία ἀνάλυση στὸν ἀναστάντα Κύριο ἔχει δοθεῖ «πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη' 18). Αὐτὸς εἶναι, ὄχι γενικὰ καὶ ἀόριστα, ὁ Κύριος τοῦ Κόσμου, ἀλλὰ «ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Πρόκειται γιὰ μιὰ βεβαιότητα βαθειὰ προσωπικὴ ποὺ τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κλονίσει.