Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Ο Κανάρης συναντά τον Ματρόζο !!!

Μην ξεχάσουμε να βάλουμε στο μπαλκόνι και....την Σημαία !!
 
Ματρόζος
του Γεωργίου Στρατήγη (1860-1938)
νας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτς π τ χρόνια,
μ
κάτασπρα μακρι μαλλιά, μ πύρινη ματιά,
σ
ν πλάτανος θεόρατος γυρμένος π᾿ τ χιόνια,
περνο
σε πάντα στ νησ τ μαρα γηρατειά.
Ε
ναι π κείνη τ γενι κι γερο-καπετάνος
πο
κόμα κα στν πνο του τν τρεμε Σουλτάνος.

Ε
ναι π κείνους πο χυσαν τ θάνατό τους αμα,
π τος χίλιους πο βγαλες, πατρίδα μου χρυσή,
ε
ναι π κείνους πο βαλαν στν κεφαλή σου στέμμα
κα
γνωστοι σβηστήκανε στ δοξαστ νησί.
Ε
χες στέρια λόλαμπρα στν ορανό σου κι λλα,
μ
κενα πο δν λαμψαν σανε πι μεγάλα.

Σ
ν γραψαν μ τ δαυλ τς στορίας μόνοι,
χωρ
ς γι᾿ ατος τος ρωες μία λέξη ατ ν πε,
μ
τν πληγή τους γι σταυρ κι τίμητο γαλόνι,
λλοι στ δίχτυα γύριζαν κα λλοι στ κουπί.
Κι ο
στολοκάφτες τν Σπετσν, τ᾿ τρόμητα λιοντάρια,
μ
τς βαρκολες πιαναν στ περιγιάλι ψάρια.

γέρος μας παράπονο ποτ δ λέει κανένα,
μ
καπετάνους σν δε μς στ βασιλικά,
κείνους πού χε νατες του μ μάτια βουρκωμένα
στ
περασμένα γύριζε κα στ πυρπολικά,
κα
ξαπλωμένος δίπλα μου, μο λεγε κε στν μμο
πόσα καράβια
κάψανε στν Τένεδο, στ Σάμο.

«Παιδί μου, τώρα
γέρασα, παιδί μου θ᾿ ποθάνω»,
στ
τέλος πάντα μο λεγε μ᾿ ν᾿ ναστεναγμό,
«
νας Ματρόζος δν μπορε ν κάνει τ ζητιάνο,
μ
ν βαστάξω δν μπορ τς πείνας τν καημό.
Κλαίω πο
φήνω τ νησί, θ πάω στν θήνα,
πρ
ν πεθαμένο μ᾿ ερετε μία μέρα π τν πενα...

Μο
λέν, καπετν Κωνσταντς, π᾿ τ Ψαρ κε πέρα,
π
ς πουργς γίνηκε μεγάλος κα τρανός,
κι
ν θυμηθ πς τ ζωή του σωσα μία μέρα
π᾿ ξω π τν Τένεδο, μποροσε Ψαριανς
ν
κάνει τίποτε γι μ κι σως ν δώσουν κάτι
σ
᾿ κενον πού χε τάλαρα τ στέρνα του γεμάτη».

Πέντε
ξι μέρες στερα μπκε στ βαπόρι
κι
κουμπιστς περίλυπος πάνω στ ραβδί,
ς πο στν δρα φθασε, γύριζε στν πλώρη
τ
λατρευτό του τ νησ γέροντας ν δε.
Κα
σκύβοντας τ κύματα δακρύβρεχτος ρτα,
π
ς φεύγει τώρ᾿ π᾿ τ νησ κα πς ρχόταν πρτα.

«
δ τί θέλεις, γέροντα;» ρωτ τν καπετάνο
στ
πουργεον μπροστ κάποιος θαλασσινς
ντυμένος στ
χρυσά. «Παιδί μου, εναι πάνω
Κωνσταντής;». «Ποις Κωνσταντής;». «Ατός... Ψαριανός».
«Δ
λν κανένα Ψαριανό, δ εναι πουργεο,
ν
ζητιανέψς πήγαινε μς στ φτωχοκομεο!».
γέρος νασήκωσε τ κάτασπρο κεφάλι
κα
τ μαλλιά του σάλεψαν σν χαίτη λιονταριο
κα
μ σπιθόβολη ματι μς π᾿ τ στήθια βγάνει
μ
στεναγμ βαρύγνωμο φων παλληκαριο:
«
ν ο ζητιάνοι σν κι μ δν χυναν τ αμα,
ο
καπετάνοι σν κα σ δν θ φοροσαν στέμμα!»

Τότε
Κανάρης πο κουσε φιλονικία κάτου,
στ
παραθύρι πρόβαλε ν δε ποις τν ζητε
κα
τ νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε καρδιά του
κα
νά ρθει πάνω διέταξε μ τν πασπιστή.
Κάτι
φων το γέροντα το ξύπνησε στ στήθη,
κάτι πο
μοιάζει μ νειρο μαζ κα παραμύθι.

Τ
ν κοίταξε τ μάτια του μς στ μακριά του φρύδια,
Πο
μοιάζανε σν ετος κρυμμένους στ φωλιά,
στ
ν καπετάνο φάνηκαν μ τν φωτι τν δια,
ταν τ φώτιζε δαυλς τ χρόνια τ παλιά.
Κι
νας τν λλο κοίταζε κατάματα ο δυ γέροι,
μίθεος τν γίγαντα, λιος τ στέρι.

«Δ
ν μ θυμσαι, Κωνσταντή;» σ λίγο το φωνάζει,
«γρήγορα σ
μ ξέχασες, μ σ θυμμαι γώ!...».
«Ποι
ς τό λπιζε ν δε ποτές», γέροντας στενάζει,
«τ
ν καπετάνο ζήτουλα, τ ναύτη πουργό!...».
Κα
σκύβοντας τν κεφαλ στ διάπλατά του στήθη,
τ
φτώχεια του λησμόνησε, τ δόξα του θυμήθη.

«Ποι
ς εσαι, καπετάνο μου; Κα ποιό ναι τ νησί σου;»,
Ψαριανς τν ρωτ μ πόνο θλιβερό,
«πενήντα χρόνια, μι
ζωή, περάσανε, θυμήσου
π᾿ τς καλς μου ποχς, κείνης τν καιρό.
Μήπως στ
ν Σάμο σουνα τν ποχ κείνη;
Στ
ν Κ, στν λεξάνδρεια, στ Χο, στ Μυτιλήνη;»
π᾿ ξω π᾿ τν Τένεδο ...πενήντα πέντε χρόνια
πέρασαν π᾿ τν στιγμν κείνη, σν φτερό.
Σ
ν ν σ βλέπω Κωνσταντή, δ θ ξεχάσω αώνια...
κόμα στ μπουρλότο σου καβάλα σ θωρ...
Χρόνος δ
ν ταν πού καψες στ Χι τ ναυαρχίδα
κι
ταν πρώτη μου φορ κείνη πο σ εδα...
π᾿ ξω π᾿ τν Τένεδο, θυμσαι; Μι φρεγάδα
σ
᾿ βαλε μπρς μ᾿ ράπικου λόγου γληγοράδα
μ
᾿ χτ βατσέλα πίσω της μοιζαν περιστέρια
κι
σ γεράκι γύρω τους... πάνω στ μπουρλότο,
πο
τν κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ᾿ στέρια,
σ
ν δαίμονας μς στν καπν γλυστροσες κα στν κρότο.

Σ
καμαρώνω π μακριά... κι ο νατες κι λοστρόμος
μ
᾿ ξώρκιζαν ν φύγουμε τος εχε πιάσει τρόμος,
γιατ
ρμάδα ζύγωνε πάνω στ τιμόνι
θάρρος στο
ς νατες σου δινες... δν βάσταξε καρδιά μου,
σ
μι στιγμ χανόσουνα, σ μι στιγμ κα μόνη
κα
«ρτσα! μάϊνα τ πανιά!» φωνάζω στ παιδιά μου.

Στ
στρίψιμο το τιμονιο μς σίμωσες... μ᾿ ντάρα,
Τορκος κοντοζύγωνε μαύρη μου καμπάρα
στροπελέκια κα φωτις κα κεραυνος πετοσε,
μ
σν δελφίνι γρήγορα κι κενος γλιστροσε.
Ο
νατες μου φωνάζανε: «Τί κάνεις καπετάνο;»
Κι
γ τος λέω: «Τν Ψαριαν ν σώσω κι ς πεθάνω...».

Κα
σο πετ τ γούμενα... κα δένεις τ μπουρλότο...
κάνω τιμόνι δεξιά... τ
φλογερ τ χντο
το
Τούρκου θ σ βούλιαζε - θυμσαι; Σο φωνάζω,
«Πρ
τος π᾿ λους ν᾿ νεβες», μ δν μ᾿ κος κι φήνεις
λλοι ν᾿ νέβουν... σκυψα κι π᾿ τ μαλλι σ᾿ δράζω,
κα
σ᾿ σωσα κι φύγαμε... μ δάκρυα βλέπω χύνεις!...».

«Ματρόζε μου!» δακρύβρεχτος
Κωνσταντς φωνάζει
κα
μς στ στήθη τ πλατι σφιχτ τν γκαλιάζει.
Κι
ν ο δυ γίγαντες μ τ λευκ κεφάλια
στ
᾿ σπρα τους γένεια δάκρυα κυλοσαν σν κρυστάλλια,
δυ
κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα π τ χιόνι,
ταν το λιου τ φιλ τν νοιξη τ λειώνει.